“Θεοί, μύθοι, ήρωες”: 100 χρόνια ελληνικού τουρισμού – Δρ. Βασιλική Παπαγεωργίου

On Φεβρουάριος 23, 2015 by Epodos

Στα πλαίσια μιας επετειακής στιγμής για τον ελληνικό τουρισμό, δημιουργήθηκε από τον ΕΟΤ βίντεο, (ταινία/ δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ) διάρκειας περίπου 12 λεπτών, εν είδει προϊόντος τουριστικής προβολής και διαφήμισης. Θα επιχειρήσω σε αυτό το άρθρο μια προσέγγιση και ανάδειξή του ως πολιτισμικού προϊόντος. Κεντρικό ερώτημα και ζήτημα αποτελεί εδώ, το τι είδους αφήγηση παράγεται, ποιοι είναι οι κεντρικοί συμβολισμοί που την συνέχουν και πώς σχετίζονται με, ή, απομακρύνονται από, όψεις της ιστορικής συγκρότησης τής νεοελληνικής ταυτότητας. Παράλληλα, θα με απασχολήσει σε κάποιο βαθμό η σύνδεση με νέες μορφές και μετασχηματισμούς στην παγκόσμια τουριστική βιομηχανία.

Η μικρή ταινία με τον τίτλο “Gods, myths, heroes” δομείται γύρω από μια ευρηματική ιδέα: ένας “ξένος”, αφού αποφάσισε να ζήσει για αρκετούς μήνες στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας έναν “φλογερό πόθο” που από τη νεαρή του ηλικία είχε θεριέψει μέσα του, αφηγείται την εμπειρία του. Αφηγείται ουσιαστικά τι σημαίνει “Ελλάδα”, και ελληνικός πολιτισμός, ως διαχρονικές αξίες, που έχουν μαγνητίσει αμέτρητους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο και έχουν τροφοδοτήσει τη φαντασία τους, όπως τον ακούμε να διατυπώνει με αισθήματα “αυθεντικού” θαυμασμού και δέους.
«Όταν ήμουν μικρός λάτρευα τους κάου μπόις και τους δεινοσαύρους ….αλλά έπειτα τα εγκατέλειψα όλα… για το πάθος που ξύπνησαν στη φαντασία μου η ελληνική μυθολογία… οι θεοί και οι θεές, οι μύθοι και οι ιστορίες», τον ακούμε να λέει.

Έτσι, αναπαρίσταται η Ελλάδα μέσα από τα μάτια ενός “άλλου”: ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας καλοφτιαγμένος, μέσης ηλικίας άντρας, που εμφανίζεται, ήδη στα πρώτα πλάνα της ταινίας, μέσα από τον τόπο εργασίας του, (είναι συγγραφέας), σε ένα μεγάλο γραφείο δυτικής μεγαλούπολης (πρόκειται για τη Ν. Υόρκη όπως φαίνεται από τα πλάνα, βλ. εικ. 1).

Το πρόσωπό του, όπως σκηνοθετείται στην ταινία, παραπέμπει αρχικά σε έναν άνθρωπο υψηλού κοινωνικού γοήτρου και οικονομικού επιπέδου, ίσως έναν τεχνοκράτη, απορροφημένο από τη ζωή της μεγαλούπολης. Άξαφνα, και ενώ παράλληλα τον ακούμε να αφηγείται, η “άκαμπτη” αυτή εικόνα αίρεται και δίνει τη θέση της σε μια άλλη όψη του ιδίου προσώπου: είναι αυτός που μέσα στο γραφείο του, φέρνει την μνήμη, το συναίσθημα, το πολιτισμικό “βάρος” της επαφής, γνωριμίας και σε βάθος επίδρασης που άσκησε επάνω του η Ελλάδα, που μεταφορικά εξεικονίζονται με μία “πέτρα” φερμένη από εκεί (στην εικ. 1, εμφανίζονται οι υπότιτλοι στο σημείο όπου, δείχνοντας μια πέτρα σε κοντινό πλάνο, ο ήρωας τονίζει με έμφαση «τώρα έχω μια πέτρα στην τσέπη μου και μια ιστορία να πω»).

Gods, Myths, Heroes
Εικ. 1

Αυτήν την ιστορία, λοιπόν, αφηγείται ο ήρωας. Στην αφήγηση, δοσμένη με ποιητικό λυρισμό, και το οπτικό υλικό που τη συνοδεύει (με τη συνοδεία, επίσης, της μουσικής του συνθέτη Δημήτρη Παπαδημητρίου), συναντούμε ορισμένα από τα κομβικά σύμβολα της ελληνικής ταυτότητας, όπως κατά παράδοση έχουν προβληθεί στα πλαίσια της τουριστικής μας ανάδειξης: η έμφαση στον ήλιο και τη θάλασσα, στον μνημειακό πλούτο, οι αναφορές στην ελληνική μυθολογία (πλάνα που διαδέχονται γρήγορα το ένα το άλλο, ενώ τα πρόσωπα των αρχαίων θεών και της μυθολογίας αναδύονται μέσα από το ελληνικό τοπίο, βλ. εικ. 2 και 3 με διάφορα στιγμιότυπα οθόνης/πλάνα από το βίντεο).


Εικ. 2


Εικ. 3

Παρουσιάζονται, όμως, όχι αποκομμένα, όπως είναι σε πιο συμβατικές εκδοχές τουριστικής προβολής, αλλά δεμένα και ενσωματωμένα στο σύγχρονο πλαίσιο, στη σύγχρονη πολιτισμική ζωή των Ελλήνων. Ο σύγχρονος Έλληνας δεν είναι κακέκτυπο και απολίθωμα του παρελθόντος, αλλά φορέας υψηλών αξιών και ιδανικών, πανανθρώπινων. (Βλ. ενδεικτικά κάποια πλάνα, εικ. 4) Προφανώς, πρόκειται για μια ωραιοποιημένη εκδοχή, η Ελλάδα που βλέπει ο πρωταγωνιστής είναι η Ελλάδα που υπάρχει στη φαντασία του: μια μεγαλειώδης χώρα, με μοναδικά εκτυφλωτικό φως, μια χώρα που «όπου κι αν πήγα συνάντησα Θεούς…». Όμοια με την Ελλάδα των περιηγητών αλλοτινών εποχών.


Εικ. 4

Εξάλλου, σε όλες τις στερεοτυπικές εκδοχές ταυτοτήτων – θετικές και αρνητικές– πάντοτε ενυπάρχει αυτό το “στρογγύλεμα”, η απλοποίηση των χαρακτηριστικών, κάτι το οποίο αναπόφευκτα ισχύει και στην περίπτωση του κυρίαρχου τουριστικού λόγου. Όμως, εδώ είναι ένας “τρίτος”, ένας “ξένος” που μιλάει για “εμάς”, και αυτός κυριαρχείται από το πάθος τού θαυμασμού του για την Ελλάδα. Μοιάζει, έτσι, να απαλύνεται η αίσθηση της μεγαλοστομίας που ενυπάρχει σε κυρίαρχες αναπαραστάσεις και λόγους περί της ανωτερότητας και της μοναδικότητας ενός “φωτοδότη” ελληνικού πολιτισμού (στιγματισμένου συχνά ως κινούμενου στο πλαίσιο της εθνικιστικής ιδεολογίας). Αυτή η προτεινόμενη προβολή, παραπέμπει, μάλλον, σε μια σύγχρονη εκδοχή του φιλελληνισμού, που ιστορικά σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία συγκρότησης τόσο του ελληνικού κράτους όσο και της ελληνικής ταυτότητας. Ο ήρωας της διαφημιστικής ταινίας του ΕΟΤ θυμίζει, εξάλλου, τον μεγάλο Βρετανό ταξιδιωτικό συγγραφέα Πάτρικ Λη Φέρμορ, που αγάπησε βαθιά την Ελλάδα και την συνέδεσε άρρηκτα με τη ζωή του μέχρι τον πρόσφατο θάνατό του (2011).

Αποτελεί μια γενικότερη διαπίστωση στην ανθρωπολογική (αλλά και ευρύτερα από τη σκοπιά των κοινωνικών επιστημών) θεώρηση, ότι η πολιτιστική βιομηχανία του τουρισμού, βασίζεται στην προβολή συγκεκριμένων εκδοχών των ταυτοτήτων του τόπου υποδοχής. Αυτές οι ταυτότητες συνιστούν συχνά αποτυπώσεις των “επιθυμητών” εικόνων που έχει κατασκευάσει ο τουρίστας από πριν. Οι εικόνες με τις οποίες ένας τόπος είναι συνδεδεμένος στο φαντασιακό των τουριστών είναι αποτέλεσμα ιστορικών διαδικασιών στενά συνδεδεμένων με τις ιεραρχικές σχέσεις γεωγραφικής συνάρθρωσης και πολιτικής ισχύος. Π.χ. πηγαίνει κανείς στο Λονδίνο για να γνωρίσει μια σύγχρονη “δυτική” μητρόπολη, στο Παρίσι για να περιδιαβεί σε αίθουσες τέχνης και μουσεία, ενώ στην Κωνσταντινούπολη αναμένει κάτι πιο “ανατολίτικο”. Προσμένει την Κούβα για το προκλητικό μείγμα “επανάστασης”, “αισθησιασμού”, και “εξωτισμού”, για να αναφέρουμε τελείως ενδεικτικά κάποια παραδείγματα. Οι εικόνες στις οποίες αναφερόμαστε εδώ, έχουν αποκρυσταλλωθεί στο συλλογικό φαντασιακό μέσα από μια ροή αλλά και σύνθεση λόγων/ αναφορών, πολλές από τις οποίες βρίσκουμε τόσο στην καθαρή τουριστική πολιτική προβολής, όσο και σε παντοειδούς φύσης πολιτιστικά προϊόντα (ταινίες, λογοτεχνία, φεστιβάλ και δρώμενα κ.λπ). Γνωρίζουμε, λίγο πολύ, τον κομβικό ρόλο που έπαιξαν ταινίες του αμερικανικού – κυρίως – εμπορικού κινηματογράφου στην ανάδειξη του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, ενώ τα φιλμικά θέματα που βασίζονται στην ελληνική μυθολογία δεν σταματούν να τροφοδοτούν την φαντασία των άλλων για την Ελλάδα.

Θα πρέπει, ωστόσο, να υπογραμμίσουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο, όπου, ήδη, έχουν ξεκινήσει διαδικασίες αλλαγής παραδείγματος στον τουρισμό, γενικότερα, και στις πολιτικές τουριστικής προβολής και επικοινωνίας, ειδικότερα. Ο “πολιτισμικός τουρισμός”, στον οποίο αναφέρομαι, υποκαθιστά παλαιότερα μοντέλα μονοδιάστατης τουριστικής προσέγγισης που υπάκουαν σε αντίστοιχα μονοδιάστατες θεωρήσεις των εννοιών του πολιτισμού και της ταυτότητας.

Κλειδί για την κατανόηση του “πολιτισμικού τουρισμού” είναι η έννοια της “εμπειρίας”, της βιωματικής προσέγγισης ζωντανών πολιτισμικών όψεων του τόπου που επισκέπτεται ο τουρίστας και όχι η κατανάλωση προπαρασκευασμένων συσκευασμένων στερεότυπων εκδοχών/ θραυσμάτων τουριστικού θεάματος. Αυτό σημαίνει πολλαπλό άνοιγμα της τουριστικής αγοράς, όχι μόνο προς νέες μορφές εναλλακτικού τουρισμού, αλλά και προς νέες μορφές και τρόπους τουριστικής πρακτικής (π.χ. παραδοσιακά τοπικά/ αρχαιολογικά μουσεία ενσωματώνουν τη διαδραστική εμπειρία μέσω των νέων τεχνολογιών).

Με βάση, λοιπόν, τις στοιχειώδεις παραπάνω παρατηρήσεις, μπορεί να υποστηριχτεί ότι στο επετειακό βίντεο που σχολιάζεται εδώ, προβάλλεται και με ικανοποιητικό τρόπο υπηρετείται σκηνοθετικά, η έννοια του τουρισμού ως “εμπειρίας”: η ιστορία που αφηγείται ο πρωταγωνιστής, είναι για το ταξίδι στην Ελλάδα ως ταξίδι εμπειρίας και γνώσης, διαπολιτισμικής συνάντησης και ανταλλαγής. Μία βίωση, που – ως τελετουργία – είναι ικανή να μετασχηματίσει την ατομική ζωή του επισκέπτη/ τουρίστα, να επιδράσει θεμελιακά ακόμη και στην κοσμοθεωρία του. Είναι χαρακτηριστικός ο πλούσιος συμβολισμός της τελευταίας σκηνής, όπου με το κοντινό πλάνο στο γραφείο του πρωταγωνιστή, το χέρι του ανάβει μια φλόγα πάνω στην “πέτρα” της αρχικής σκηνής: είναι η “φλόγα” της “σοφίας” που τον γέμισε το “ελληνικό φως”… (βλ.εικ.5)


Εικ. 5

Υπό αυτή τη σκοπιά, δεν έχουμε εδώ ένα ακόμη τυπικό προϊόν τουριστικής προβολής και επικοινωνίας, που ακουμπά σε κοινότοπα, στερεότυπα σύμβολα “ελληνικότητας”, μολονότι υπάρχουν κάποιες συμβάσεις του κυρίαρχου λόγου περί ελληνικής ταυτότητας που, όπως είδαμε, είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς σε μια καμπάνια τουριστικής προβολής. Αυτή τη φορά, το είδος (genre) – μια ταινία μικρού μήκους – με όλες τις τεχνικές του (σκηνοθεσία, σύνθεση και διαδοχή των πλάνων, λόγος, μουσική υπόκρουση) συνέβαλε σε μια διαφορετική, πιο δημιουργική σύνθεση που συνομιλεί κατά το δυνατόν γόνιμα με τις σύγχρονες θεωρήσεις του πολιτισμού και της ταυτότητας, όσο και με αλλαγές στις θεωρήσεις του τουρισμού. Εν τέλει, η αφήγηση αυτή, εμπεριέχει το στοιχείο της αυτογνωσίας και της αυτοαναφορικότητας: η διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας είναι μια συνεχής διαδικασία, στην οποία έχουν συμβάλει σε πολύ μεγάλο βαθμό, τόσο η ματιά των “δυτικών άλλων” πριν καν θεμελιωθεί το ελληνικό κράτος, όσο και το ίδιο το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της ανάπτυξης τουριστικής βιομηχανίας στη χώρα μας.