Το παράξενο παιδί – Μάνος Καρτέρης

On Φεβρουάριος 23, 2015 by Epodos
The Scream Edvard Munch (1893)

The Scream
Edvard Munch (1893)

Πηγή φωτογραφίας: http://en.wikipedia.org/wiki/The_Scream#mediaviewer/File:The_Scream.jpg

Έδωσε ένα στοργικό φιλί στη μητέρα του , την κοίταξε στα μάτια και έκλεισε τη πόρτα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και μετά το πρώτο σκαλοπάτι ..το απέραντο πέλαγος της ζωής. Σήκωσε το κεφάλι και απλά ξεκίνησε το ταξίδι, με μόνη του πυξίδα και οδηγό την καλή του καρδιά.

Βρήκε ένα όμορφο σπίτι, το γέμισε βιβλία, μερικά μαγειρικά σκεύη, έναν υπολογιστή με μπερδεμένα καλώδια και μπόλικη αληθινή αγάπη. Το πρώτο βράδυ γεμάτος ανησυχία μπέρδευε τα όνειρα του, σκεφτόταν τη πρώτη μέρα στη σχολή, τις γνωριμίες με καινούργια άτομα και όλα τα άσχημα που άφησε πίσω του μα ταυτόχρονα ζούνε μέσα του.. Γύρισε πλευρό, αναστέναξε και αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα.

Το επόμενο πρωί βρέθηκε ανάμεσα σε δεκάδες φοιτητές, οι μπερδεμένες φωνές και τα γέλια τον ζάλισαν. Κάθισε μόνος του σε ένα παγκάκι και απλά παρατηρούσε. Παρακολούθησε τα μαθήματα της σχολής και όταν τελείωσαν βρέθηκε να κουβεντιάζει με 6 συμφοιτητές. Χωρίς να το πολύ-σκεφτεί, έγνεψε θετικά στη πρόσκληση της καινούργιας παρέας. Όπως τα λεπτά τα σπρώχνει ο δείκτης του ρολογιού με βιασύνη, κάπως έτσι και η ζωή σπρώχνει βιαστικά τα χαμόγελα, τα γέλια, τις επαφές και τις λέξεις. Αστραπιαία συναντιέται και χάνεται η χαρά και η θλίψη, το χαμόγελο και το δάκρυ. Αυτά σκεφτόταν ο μικρός Νίκος ή Γιώργος ή Χαράλαμπος ή όπως τον έλεγαν..

Χάρηκα. Αναφώνησε με αμηχανία και βολεύτηκε στη άνετη πολυθρόνα της καφετέριας. Ήπιε μια γουλιά ζεστή σοκολάτα και το μυαλό του άρχισε να ταξιδεύει. Αυτή η μέρα ήταν η αρχή για κάτι όμορφο μέσα στο γκρίζο της ζωής του.
Σε αυτή τη παρέα γνώρισε ένα πολύ όμορφο, έξυπνο και καλό κορίτσι. Όταν συνειδητοποίησε τον πολύ καλό της χαρακτήρα, τις αξίες της και γοητευμένος από την απαράμιλλη γοητεία της άρχισε να δίνει τη ψυχή του για να την κάνει ευτυχισμένη. Ήταν το πιο χαρούμενο γεγονός στη ζωή του, οι πιο όμορφες στιγμές της ζωής του.

Στους λιγοστούς φίλους και στην κοπέλα του, έδωσε όλη του τη ζωή. Είχαν περάσει πλέον 2 χρόνια, τα σοβαρά προβλήματα της μητέρας του και του πατέρα του τον είχαν καταβάλει. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει, παρόλο αυτά συνέχιζε να δίνει τη ζωή του για τη κοπέλα του. Ο καιρός πέρασε, όντας ευτυχισμένος μα ταυτόχρονα βασανισμένος στην ψυχή συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό. Ότι ιδανικά και αξίες του μετέδωσε η μητέρα του αντικατοπτρίζονταν στις πράξεις του, αλλά από μικρός παρέμενε υπερβολικά ευαίσθητος και μελαγχολικός.

Πίστευε στη δυνατή αγάπη, στο πάθος. Τον τρόμαζε ο αποχωρισμός και ο θάνατος. Ήθελε να δίνει τα πάντα στους ανθρώπους που λάτρευε, ειδικά στη κοπέλα του. Το στήριγμα και η ελπίδα του. Ένα βράδυ έγραψε ένα ποίημα ..

Όσο τα μάτια μου κοιτάς
Να ξέρεις είναι η ψυχή μου, μ’αγαπάς ;
Μη με ονειρευτείς, γιατί θα ζω μαζί σου
Θα είμαι το γέλιο, η ανάσα, η ζωή της ζωής σου

Λίγες μέρες μετά, ένα βροχερό πρωινό άλλαξαν πολλά. Νοσηλεύτηκε εσπευσμένα σε μια Ψυχιατρική κλινική λίγο έξω από την Αθήνα. Το πρώτο βράδυ γνώρισε το μικρό και κάτασπρο δωμάτιο του, δεν νύσταζε παρά μόνο ήθελε να γράψει κάτι. Χαρτί δεν είχε, πήρε ένα μαρκαδόρο μισοτελειωμένο από το πάτωμα και έγραψε στο τοίχο.

Σου έδωσα τα πάντα, πόσο χαίρομαι για αυτό
Αν σου γνώρισα την ευτυχία, θα συνεχίσω να χαμογελώ
Θα γιατρέψω τα βάσανα ψυχής μου,
Θα έρθω ξανά να σε βρω, είσαι η ζωή της ζωής μου