Γκράφιτι και συγκρούσεις για το δημόσιο αστικό χώρο [Δρ. Βασιλική Παπαγεωργίου]

On Μάρτιος 29, 2015 by Epodos
Γκράφιτι στο Πολυτεχνείο

Γκράφιτι στο Πολυτεχνείο

Πηγή φωτογραφίας: http://www.foititikanea.gr

 

Το γκράφιτι προσδιορίζεται μέσα από την ιστορική του σύνδεση με τον αστικό χώρο  ως μορφή δημόσιας έκφρασης και δημιουργίας, ατομικής και συλλογικής. Όπως είναι σχετικά γνωστό, το γκράφιτι ξεκίνησε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’70 από νέους που θέλησαν να εκφράσουν την ταυτότητά τους με άμεση αναφορά στην κουλτούρα του μουσικού κινήματος hip-hop.

Παρόλο τον αντισυμβατικό, “περιθωριακό” του χαρακτήρα, αυτό που εντυπωσιάζει με το γκράφιτι είναι η παγκόσμια εξάπλωσή του  στα μεγάλα κυρίως αστικά κέντρα, που τα αναδιατάσσει και τα αναμορφώνει με πολλαπλές συνέπειες, όπως θα δειχτεί στη συνέχεια. Από τα απλά tags (υπογραφές καλλιτεχνών από τις οποίες ουσιαστικά ξεκίνησε το γκράφιτι) ως την πιο “εξελιγμένη” αισθητικά street art, με πρωτότυπες  και εμπνευσμένες τοιχογραφίες, αποτελεί πλέον ένα οικείο κομμάτι του οπτικού μας πολιτισμού.

Παράλληλα ως άτυπη μορφή επικοινωνίας, με αμφισβητούμενη αισθητική, το γκράφιτι φαινομενικά δύσκολο να ενταχτεί στον γενικότερο “κανόνα” της τέχνης, έρχεται να προκαλέσει τριγμούς και να διεκδικήσει –  ίσως όχι εμπρόθετα – μια θέση μέσα στο πεδίο της “νόμιμης” τέχνης και κουλτούρας. Τα μουσεία και οι γκαλερί τα τελευταία χρόνια δεξιώνονται το γκράφιτι και το συστήνουν στο ευρύ κοινό, καθιερώνοντας τους καλλιτέχνες του. Στην Ελλάδα, σημαντική προβολή είχε το μεγάλης διάρκειας  πρότζεκτ “No Respect”, που οργάνωσε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών εντός του 2014, με σκοπό την καταγραφή του γκράφιτι και  street art τοπίου στα εγχώρια αστικά κέντρα (μπορεί κανείς να επισκεφτεί την σχετική ιστοσελίδα με εκτενές οπτικοακουστικό υλικό,  http://www.sgt.gr/ ).

Οι σπουδές με έμφαση στον “οπτικό πολιτισμό” συζητούν το γκράφιτι ως μορφή τέχνης, επιχειρούν να το περιγράψουν, να κατηγοριοποιήσουν τα είδη του κ.ο.κ. Σχετικές έρευνες, εξάλλου, αναζητούν την απήχηση στο κοινό, την ανάδειξη του καλλιτέχνη- δημιουργού, τη σχέση γκράφιτι – πολιτικής, για να αναφέρω ενδεικτικά κάποιες τάσεις. Σε στενή σύνδεση, οι σπουδές του αστικού χώρου και πολιτισμού εντάσσουν την επικέντρωση στο γκράφιτι ως ζήτημα αιχμής σε ό,τι αφορά στο “τι είναι δημόσιος χώρος” και πώς μπορούμε να επαναπροσδιορίσουμε σχέσεις, δράσεις και πρακτικές σε αυτόν.

Είναι ακριβώς αυτό το διακύβευμα, της  δραστηριότητας που διασχίζει τα όρια του νόμιμου και “επιτρεπτού” στο δημόσιο χώρο, που καθιστά το γκράφιτι επίκεντρο πολεμικής και δημόσιων αντιπαραθέσεων γύρω από το παλιό δίλημμα  (σύμφυτο στην ιστορική καταγωγή και την ταυτότητα του genre του γκράφιτι) «βανδαλισμός ή τέχνη». Συνοδευτικά, πλαισιώνουν μια σειρά από ερωτήματα, όπως «ποιοι ακριβώς χώροι/επιφάνειες είναι κατάλληλοι/ες», «ποιες μορφές, ποιες αναπαραστάσεις γκράφιτι αποδεκτές», «είναι η πρακτική του γκράφιτι μια αυθαίρετη πράξη», «είναι πολιτική ή καλλιτεχνική η πρόθεση των δημιουργών;» Ο πανικός μιας ανεξέλεγκτης δράσης που θα ρυπαίνει μονίμως τον αστικό ιστό, συχνά υπονοείται στη σχετική συζήτηση και, αντ’ αυτού, προτείνονται σχέδια ήπιας χρήσης του γκράφιτι καλλιτέχνη στην υπηρεσία αισθητικών παρεμβάσεων σε υποβαθμισμένες περιοχές.

Το πρόσφατο συμβάν με το τεράστιο ασπρόμαυρο γκράφιτι στον τοίχο του Πολυτεχνείου (που εμφανίστηκε να καλύπτει το σύνολο της εξωτερικής όψης του – θεωρούμενου– ιστορικού μνημείου κατά την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου) επαναλαμβάνει την ίδια αυτή συζήτηση, προσθέτοντας ακόμη ένα επεισόδιο σύγκρουσης. Υπενθυμίζει, όμως, και φέρνει στο προσκήνιο ορισμένα ζητήματα δραματικά επείγοντα σε σχέση με τις πολιτικές   διαχείρισης του αστικού χώρου, που αξίζει να συζητήσουμε εν συντομία στη συνέχεια, με κύριο σκοπό να προκαλέσουμε κυρίως κάποιο έναυσμα για προβληματισμό.

Σε αυτό το σημείο, είναι πολύ σημαντικό να αναφερθούμε στο ζήτημα του “χώρου” ως μιας καθοριστικής διάστασης της κοινωνικής ζωής, και ενός πεδίου αποτύπωσης και έκφρασης, ανταγωνισμού και διεκδικήσεων δύναμης, εξουσίας, πειθαρχίας και ελέγχου. Θεωρητικά, έτσι προσλαμβάνεται ο “χώρος” στις πιο πρόσφατες κριτικές επεξεργασίες της γεωγραφίας, της ανθρωπολογίας και άλλων κοινωνικών επιστημών.

Το γκράφιτι από μια τέτοια σκοπιά, επινοεί, κατασκευάζει εκ νέου τον αστικό χώρο, προτείνοντας νέες νοηματοδοτήσεις, αισθητηριακές οπτικές εμπειρίες και προκαλώντας μια συγκεκριμένη βιωμένη εμπειρία του χώρου. Αναπόφευκτα, συνομιλεί με το περιβάλλον  στο οποίο εντάσσεται και επίσης επικοινωνεί με ένα κοινό (τους “επί τόπου” διερχόμενους/ περαστικούς, αλλά και το “εικονικό” κοινό που γνωρίζει το γκράφιτι μέσα από την  κυκλοφορία του και προβολή  στα μέσα- media) με όχι προκαθορισμένους τρόπους.

Αυτή η επινόηση του χώρου αποτελεί πολιτική πράξη (ανεξάρτητα από το αν το μήνυμα είναι ρητά πολιτικό ή όχι), γιατί επιζητεί (το γκράφιτι) να ενταχτεί και να υπάρξει σε ένα πεδίο έντονων αμφισβητήσεων και συγκρούσεων. Η αισθητική παρέμβαση, η ορατότητα στο δημόσιο, πολύ περισσότερο η χρήση δημόσιων κτιρίων/ επιφανειών, αλλά και  ο αόρατος/ ανώνυμος καλλιτέχνης/ ομάδα καλλιτεχνών ως εν δυνάμει επικίνδυνοι δρώντες, συνθέτουν ένα πεδίο συσχετισμού δυνάμεων,  κάθε άλλο παρά ουδέτερο περί της διαχείρισης του αστικού χώρου.

Τα τελευταία χρόνια σε παγκόσμιο επίπεδο, η κυρίαρχη τάση από τα θεσμοθετημένα κέντρα λήψης αποφάσεων στην καθυπόταξη και τον έλεγχο του δημόσιου αστικού χώρου, συνδέεται έντονα με την πρακτική των αναπλάσεων, εξωραϊσμών ως και των λεγόμενων “εξευγενισμών” που είναι οι πιο ακραίες εκδοχές (gentrification είναι ο όρος που έχει αποδοθεί) ριζικών μετασχηματισμών των αστικών κέντρων προς όφελος των κυρίαρχων ελίτ. Σε αυτήν την λογική, ακολουθούνται πρότυπα ομοιόμορφης αισθητικής (π.χ. διαμόρφωση αγορών τύπου malls, πεζοδρομήσεις) που αντίστοιχα επιδιώκουν να “κανονικοποιήσουν” τη δράση στον αστικό χώρο.

Ο αστικός δημόσιος χώρος ως ιστορικά ζωντανό στοιχείο που εντάσσει την πολύμορφη δράση των υποκειμένων παρά την αποκλείει, υποδέχεται, κατ’ αρχήν,  ευνοϊκά το γκράφιτι: αυτό που ανταποκρίνεται στο αίτημα των λεγόμενων πολιτικών “από τα κάτω”, των εναλλακτικών δράσεων και συλλογικοτήτων.

Από τη σκοπιά όμως του αστικού χώρου ως πεδίου άσκησης λόγων (discourses) κυριαρχίας και ηγεμονίας, το γκράφιτι είναι εν δυνάμει επικίνδυνο: οι αντιδράσεις ποικίλουν από τον εξοβελισμό του (καθαρισμοί) έως την αποδοχή μέσα από την “ένταξη” σε επιθυμητά συμφραζόμενα (αυτή είναι η τάση που εμφανίζεται στο λόγο “προοδευτικών” διανοούμενων οι οποίοι κατηγορούν ως “συντηρητική” τη σκοπιά της βεβήλωσης των ιστορικών μνημείων και προβάλλουν την ελευθερία της έκφρασης ως προεξάρχουσα αρχή υπεράνω της “νομιμότητας”).

Καταληκτικά, επισημαίνεται ότι η οικειοποίηση του γκράφιτι και των γκραφιτάδων  είναι μια αναμενόμενη αντίδραση, που ενδέχεται να απογυμνώσει το είδος (genre) από τον αυθορμητισμό και την αυθεντική εναλλακτική επικοινωνία που ιστορικά το χαρακτηρίζει. Η τελευταία αυτή προϋποθέτει το οπτικό σοκ και την “βεβήλωση” (με την ανθρωπολογική έννοια της “ύλης εκτός τόπου”) ως συστατικό στοιχείο της τέχνης του γκράφιτι: και εγκαθιδρύει  –  έστω και μη εμπρόθετα – μια θέση πολεμικής στην ηγεμονική αντίληψη για τη χρήση του αστικού χώρου, εν τέλει μια θέση για το “δικαίωμα στην πόλη” σήμερα (για να θυμηθούμε το αίτημα που διατυπώνει ο κοινωνιολόγος Ανρί Λεφέβρ στο γνωστό έργο του για τη δυναμική των πόλεων μέσα τις πολλαπλές και εναλλακτικές της χρήσεις).