Ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού

On Μάιος 4, 2015 by Epodos

ο πορφύρας

Ο Διονύσιος Σολωμός νεκρός Διονύσιος Βέγκιας

Ο Διονύσιος Σολωμός νεκρός
Διονύσιος Βέγκιας

Πηγή φωτογραφίας: http://el.wikipedia.org/wiki/

«Κοντὰ ‘ναι τὸ χρυσόφτερο καὶ κατὰ δῶ γυρμένο,
π’ ἄφησε ξάφνου τὸ κλαδὶ γιὰ τοῦ γιαλοῦ τὴν πέτρα
κι ἐκεῖ γρικᾶ τῆς θάλασσας καὶ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη
κι ἐκεῖ τραβᾶ τὸν ἦχο του μ’ ὅλα τὰ μάγια πὄχει.
Γλυκά ‘δέσε τὴ θάλασσα καὶ τὴν ἐρμιὰ τοῦ βράχου
κι ἄ δὲν εἶν’ ὥρα γιὰ τ’ ἀστρὶ θὲ νὰ συρθεῖ καὶ νά ‘βγει.
(Χιλιάδες ἄστρα στὸ λουτρὸ μ’ ἐμὲ νὰ στείλ’ ἡ νύχτα!).
Πουλὶ πουλάκι ποὺ λαλεῖς μ’ ὅλὰ τὰ μάγια πὄχεις,
εὐτυχισμὸς ἄ δὲν εἶναι τὸ θαῦμα τῆς φωνῆς σου,
καλὸ δὲν ἄνθισε στὴ γῆ, στὸν οὐρανό, κανένα.
Δὲν τὸ ‘λπιζα νὰ ‘ν’ ἡ ζωὴ μέγα καλὸ καὶ πρῶτο !
Ἀλλ’ ἄχ, ἀλλ’ ἄχ, νὰ μπόρουνα σὰν ἀστραπὴ νὰ τρέξω,
ἀκομ’, ἀφρέ μου, νὰ βαστᾶς καὶ νὰ ‘μαι γυρισμένος
μὲ δυὸ φιλιὰ τῆς μάνας μου, μὲ φοῦχτα γῆ τῆς γῆς μου!
Κι ἡ φύσις ὅλὴ τοῦ γελᾶ καὶ γένεται δική του.
Ἐλπίδα, τὸν ἀγκάλιασες καὶ τοῦ κρυφομιλοῦσες
καὶ τοῦ σφιχτόδεσες τὸ νοῦ μ’ ὅλα τὰ μάγια πὄχεις.
Νιὸς κόσμος ὄμορφος παντοῦ χαρᾶς καὶ καλοσύνης.

Ἀλλ’ ἀπαντοῦν τὰ μάτια του τρανὸ θεριὸ πελάγου
κι ἀλιά, μακριὰ ‘ναι τὸ σπαθί, μακριὰ ‘ναι τὸ τουφέκι!
Κοντὰ ‘ν’ ἐκεῖ στὸ νιὸν ὀμπρὸς ὁ τίγρης τοῦ πελάγου•
ἀλλ’ ὅπως ἒσκισ’ εὔκολα βαθιὰ νερὰ κι ἐβγῆκε
κατὰ τὸν κάτασπρο λαιμὸ ποὺ λάμπει ὡσὰν τὸν κύκνο,
κατὰ τὸ στῆθος τὸ πλατὺ καὶ τὸ ξανθὸ κεφάλι,
ἔτσι κι ὁ νιὸς ἐλεύτερος, μ’ ὅλες τὲς δύναμές του,
τῆς φύσης ἀπὸ τσ’ ὄμορφες καὶ δυνατὲς ἀγκάλες,
ὅπου τὸν ἐγλυκόσφιγγε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε,
εὐτὺς ἑνώνει στὸ λευκὸ γυμνὸ κορμὶ π’ ἀστράφτει,
τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστῆ καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς μάχης.
Πρὶν πάψ’ ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ χαρὰ γεμίζει:
Ἄστραψε φῶς κι ἐγνώρισεν ὁ νιὸς τὸν ἑαυτό του.

Ἀπομεινάρι θαυμαστὸ ἐρμιᾶς καὶ μεγαλείου,
ὄμορφε ξένε καὶ καλὲ καὶ στὸν ἀνθὸ τῆς νιότης,
ἄμε καὶ δέξου στὸ γιαλὸ τοῦ δυνατοῦ τὴν κλάψα.

Ἀπὸ τὸ «Ποιήματα καὶ Πεζά».

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/solomos_porfyras.html

 

Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει•

λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.

Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε• στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει•

στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα καὶ κλαίει:

«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω γῶ στὸ χέρι;

ὀποῦ σύ μου ΄γινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει».

II

Ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,

κι ὂσ’ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ’ ἅρματα σὲ κλειοῦνε.

……………………………………………………………………..

Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
καὶ μὲς στὴ θάλασσα βαθιὰ ξαναπετιέται πάλι,
π’ ὁλονυχτὶς ἐσύσμιξε μὲ τ’ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.

Καὶ μὲς στῆς λίμνης τὰ νερά, ὂπ’ ἔφθασε μ’ ἀσπούδα,
ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο τῆς γαλάζια πεταλούδα,

ποῦ εὐωδίασε τὸν ὕπνο τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο•
τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ὤρα γλυκειὰ κι ἐκεῖνο.

Μάγεμα ἡ φύσις κι ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη•
ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.

Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κρένει:
«Ὅποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει».

III

«Σάλπιγγα, κοψ’ τοῦ τραγουδιοῦ τὰ μάγια μὲ <τή> βία,
γυναικός, γέροντος, παιδιοῦ, μὴν κόψουν τὴν ἀντρεία».

Χαμένη, ἀλίμονο, κι ὀκνῆ τὴ σάλπιγγα γρικάει•
ἀλλὰ πὼς φθάνει στὸν ἐχθρὸ καὶ καθ’ ἠχῶ ξυπνάει;
Γέλιο στὸ σκόρπιο στράτευμα σφοδρὸ γεννοβολιέται,
κι ἡ περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανὶς πετιέται•
καὶ μὲ χαρούμενη πνοὴ τὸ στῆθος τὸ χορτάτο,
τ’ ἀράθυμο, τὸ δυνατό, κι ὅλο ψυχὲς γιομάτο,
βαρώντας γύρου ὁλόγυρα, ὁλόγυρα καὶ πέρα,
τὸν ὄμορφο τρικύμισε καὶ ξάστερον ἀέρα•

τέλος μακριὰ σέρνει λαλιά, σὰν τὸ πεσούμεν’ ἄστρο,
τρανὴ λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητὴ κατὰ τὸ κάστρο.

IV

Μόλις ἔπαυσε τὸ σάλπισμα ὁ Ἀράπης, μία μυριόφωνη βοὴ ἀκούεται εἰς τὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο, καὶ ἡ βίγλα τοῦ κάστρου, ἀχνὴ σὰν τὸ Χάρο, λέει τῶν Ἑλλήνων: «Μπαίνει ὁ ἐχθρικὸς στόλος». Τὸ πυκνὸ δάσος ἔμεινε ἀκίνητο εἰς τὰ νερά, ὅπου ἡ ἐλπίδα ἀπάντεχε νὰ ἰδεῖ τὰ φιλικὰ καράβια. Τότε ὁ ἐχθρὸς ἐξανανέωσε τὴν κραυγή, καὶ εἰς αὐτὴν ἀντιβόησαν οἱ νεόφθαστοι μεσ’ ἀπὸ τὰ καράβια. Μετὰ ταῦτα μία ἀκατάπαυτη βροντὴ ἔκανε τὸν ἀέρα νὰ τρέμει πολλὴ ὥρα.

V

. . . . . . . . . . Στὴν πεισμωμένη μάχη
σφόδρα σκιρτοῦν μακριὰ πολὺ τὰ πέλαγα κι οἳ βράχοι,

καὶ τὰ γλυκοχαράματα, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,

κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν ἐβγοῦν τ’ ἀστέρια.
Φοβοῦνται γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,
κι οἱ ξένοι ναύκληροι μακριὰ πικραίνονται καὶ λένε:
«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, σπαθὶ Τουρκιᾶς, μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ὁ ἐχθρὸς πρὸς τὸ φτωχὸ καλύβι».

– «Κρυφὴ χαρὰ ΄στράψε σ΄ ἔσε• κάτι καλὸ ΄χεῖ ὁ νοῦς σου•
πές, νὰ τὸ ξεμυστηρευτεῖς θὲς τ’ ἄδελφοποιτού σου;».

-«Ψυχὴ μεγάλη καὶ γλυκειά, μετὰ χαρᾶς σ’ τὸ λέω:
Θαυμάζω τὲς γυναῖκες μας καὶ στ’ ὄνομά τους μνέω.

Ἐφοβήθηκα κάποτε μὴ δειλιάσουν καὶ τὲς ἐπαρατήρησα ἀδιάκοπα.

Ἀπόψε, ἐνῶ εἶχαν τὰ παράθυρα ἀνοιχτὰ γιὰ τὴ δροσιά, μία ἀπ’ αὐτές, ἡ νεώτερη, ἐπῆγε νὰ τὰ κλείσει, ἀλλὰ μία ἄλλη τῆς εἶπε: «Ὄχι, παιδί μου• ἄφησε νὰ ΄μπεῖ ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ φαγητά• εἶναι χρεία νὰ συνηθίσουμε».
Κι ἔτσι λέγοντας ἐματάνοιξε τὸ παράθυρο, καὶ ἡ πολλὴ μυρωδιὰ τῶν ἀρωμάτων ἐχυνότουν μέσα κι ἐγιόμισε τὸ δωμάτιο.

Καὶ ἡ πρώτη εἶπε: «Καὶ τὸ ἀεράκι μας πολεμάει».
Μία ἄλλη ἔστεκε σιμὰ εἰς τὸ ἑτοιμοθάνατο παιδί της.
Καὶ ἄλλη εἶπε χαμογελώντας, νὰ διηγηθεῖ καθεμία τ’ ὀνειρό της.

Καὶ μία εἶπε: «Μοῦ ἐφαινότουν ὅτι ὅλοι ἐμεῖς, ἄντρες καὶ γυναῖκες, παιδιὰ καὶ γέροι, ἤμαστε ποτάμια, ποιὰ μικρά, ποιὰ μεγάλα, κι ἐτρέχαμε ἀνάμεσα εἰς τόπους φωτεινούς, εἰς τόπους σκοτεινούς, σὲ λαγκάδια, σὲ γκρεμούς, ἀπάνου κάτου, κι ἔπειτα ἐφθάναμε μαζὶ στὴ θάλασσα μὲ πολλὴ ὁρμή».

Καὶ μία δεύτερη εἶπε:

Ἐγὼ ‘δα δάφνες. – Κι ἐγὼ φῶς …………………………

– Κι ἐγὼ σ’ φωτιὰ μίαν ὄμορφη π’ ἀστράφταν τὰ μαλλιά της.

Καὶ ἀφοῦ ὅλες ἐδιηγήθηκαν τὰ ὀνείρατά τους, ἐκείνη ποὺ ΄χὲ τὸ παιδὶ ἑτοιμοθάνατο εἶπε: «Ἰδές, καὶ εἰς τὰ ὀνείρατα ὁμογνωμοῦμε, καθὼς εἰς τὴ θέληση καὶ εἰς ὅλα τ’ ἄλλα ἔργα». Καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἐσυμφώνησαν κι ἐτριγυρίσαν μὲ ἀγάπη τὸ παιδί της ποὺ ‘χε ξεψυχήσει.

Ἰδού, αὐτὲς οἱ γυναῖκες φέρνονται θαυμαστά• αὐτὲς εἶναι μεγαλόψυχες, καὶ λένε ὅτι μαθαίνουν ἀπό μας• δὲ δειλιάζουν, μολονότι τοὺς ἐπάρθηκε ἡ ἐλπίδα ποὺ εἶχαν νὰ γεννήσουν τέκνα γιὰ τὴ δόξα καὶ γιὰ τὴν εὐτυχία. Ἐμεῖς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μάθουμε ἀπ’ αὐτὲς καὶ νὰ τὲς λατρεύουμε ἕως τὴν ὕστερη ὥρα.
Πές μου καὶ σὺ τώρα γιατί ἐχθές, ὓστερ’ ἀπὸ τὸ συμβούλιο, ἐνῶ ἐστεκόμαστε σιωπηλοί, ἀπομακρύνθηκες ταραγμένος;».

VII

Ἐχαμογέλασε πικρὰ κι ὁλούθενε κοιτάζει•

κι ἀνεῖ πολὺ τὰ βλέφαρα τὰ δάκρυα νὰ βαστάξουν:

-«Ἐκεῖ ‘ρθε τὸ χρυσότερο ἀπὸ τὰ ὀνείρατά μου•

μὲ τ’ ἂρματ’ ὅλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου.

Φωνὴ ‘πε: «Ὁ δρόμος σου γλυκὸς καὶ μοσχοβολισμένος•

στὴν κεφαλή σου κρέμεται ὁ ἥλιος μαγεμένος•

παλληκαρὰ καὶ μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!

Ἄκου, νησιά, στεριὲς τῆς γῆς, ἐμάθαν τ’ ὄνομά σου!

Τοῦτος, ἄχ, ποῦ ‘ν’ ὁ δοξαστὸς κι ἡ θεϊκιὰ θωριά του;

Ἡ ἀγκάλη μ’ ἒτρεμ’ ἀνοιχτὴ κατὰ τὰ γόνατά του».

Ἔριξε χάμου τὰ χαρτιὰ μὲ τσ’ εἴδησες τοῦ κόσμου

ἡ κορασιὰ τρεμάμενη …………………………..

Χαρὰ τῆς ἔσβιε τὴ φωνὴ ποὺ ‘ν’ τώρα ἀποσβημένη•

ἄμε, χρυσ’ ὄνειρο, καὶ σὺ μὲ τὴ σαβανωμένη!

Ἐδῶ ‘ναι χρεία νὰ κατεβῶ, νὰ σφίξω τὸ σπαθί μου,

πρὶν ὅλοι χάσουν τὴ ζωή, κι ἐγ’ ὅλη τὴν πνοή μου•

τὰ λίγα ἀπομεινάρια τῆς πείνας καὶ τσ’ ἀντρείας,

………………………………………………………………….

ποῦ μ’ ἔκραξαν μ’ ἀπαντοχή, φίλο, ἀδελφό, πατέρα,

γκόλφι νὰ τὰ ‘χω στὸ πλευρὸ καὶ νὰ τὰ βγάλω πέρα.

Δρόμο ἀστραφτᾶ νὰ σχίσω τοὺς σ’ἐχθροὺς καλὰ θρεμμένους,

σ’ ἐχθροὺς πολλούς, πολλ’ ἄξιους, πολλὰ φαρμακωμένους•

νὰ μείνεις, χῶμα πατρικό, γιὰ μισητὸ ποδάρι•

ἡ μαύρη πέτρα σου χρυσὴ καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.

Ἦταν μὲ σένα τρεῖς χαρὲς στὴν πίκρα φυτρωμένες,

ὅμως γιὰ μένα στὴ χαρὰ τρεῖς πίκρες ριζωμένες».

VIII

Καὶ συχνὰ τοῦ ‘π’ ἡ ἀράθυμη καὶ τρίσβαθη ψυχή του:

«Κάμποι, βουνὰ καρποφόρα, καὶ λίμνη ὡραῖα καὶ πλούσια,

μάνα καλῆ παληκαριῶν, καὶ κᾶμε τὴ δική σου.

Αἰώνια ἢθελ’ ἤτανε ὁ πόνος κι ἡ ντροπή μου!».

IX

Ἐτοῦτ’ εἲν’ ὕστερη νυχτιά• ὅλα τ’ ἀστέρια βγάνει•

ὁλονυχτὶς ἀνέβαινε ἡ δέηση, τὸ λιβάνι.

Στὰ μάτια καὶ στὸ πρόσωπο φαίνοντ’ οἱ στοχασμοί τους•

τοὺς λέει μεγάλα καὶ πολλὰ ἡ τρίσβαθη ψυχή τους.

Ἀγάπη κι ἔρωτας καλοῦ τὰ σπλάχνα τοὺς τινάζουν•

τὰ σπλάχνα τους κι ἡ θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν.

Γλυκειὰ κι ἐλεῦθερ’ ἡ ψυχὴ σὰ νὰ ‘τανε βγαλμένη,

κι ὑψῶναν μὲ χαμόγελο τὴν ὄψη τὴ φθαρμένη.

XII

Ἰδού, σεισμὸς καὶ βροντισμός, κι ἐβάστουναν ἀκόμα,
ποῦ ὁ κύκλος φθάνει ὁ φοβερὸς μὲ τὸν ἀφρὸ στὸ στόμα•
κι ἐσκίστη ἀμέσως, κι ἔβαλε στῆς Μάνας τὰ ποδάρια,
τῆς πείνας, τοῦ <μαρτύριου> τὰ λίγα ἀπομεινάρια•
τ’ ἀπομεινάρια ἀνέγγιαγα καὶ κατατρομασμένα,
τὰ γόνατα καὶ τὰ σπαθιὰ τὰ ‘ματοκυλισμένα.

ΑΠΟ ΤΟ Γ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I

Μητέρα, μεγαλόψυχη στὸν πόνο καὶ στὴ δόξα,

κι ἂν στὸ κρυφὸ μυστήριο ζοῦν πάντα τὰ παιδιά σου

μὲ λογισμὸ καὶ μ’ ὄνειρο, τί χάρ’ ἔχουν τὰ μάτια,

τὰ μάτια τοῦτα, νὰ σ’ ἰδοῦν μὲς στὸ πανέρμο δάσος,

ποῦ ξάφνου σου τριγύρισε τ’ ἀθάνατα ποδάρια

(κοίτα) μὲ φύλλα τῆς Λαμπρῆς, μὲ φύλλα τοῦ Βαϊῶνε!

Τὸ θεϊκό σου πάτημα δὲν ἄκουσα, δὲν εἶδα•

ἀτάραχη σὰν οὐρανὸς μ’ ὅλα τὰ κάλλη πόχει,

ποῦ μέρη τόσα φαίνονται καὶ μέρη ‘ναι κρυμμένα!

Ἀλλά, Θεά, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀκούσω τὴ φωνή σου,

κι εὐθὺς ἐγὼ τ’ ἑλληνικοῦ κόσμου νὰ τὴ χαρίσω;

Δόξα ‘χ’ ἡ μαύρη πέτρα του καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.

II

Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,

καὶ σὰ θολώσουν τὰ νερά, καὶ τ’ ἄστρα σὰν πληθύνουν,

ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.

«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τοπ’ Ἄγγλου!

Πέλαγο μέγα πολεμᾶ, βαρεῖ τὸ καλυβάκι,

κι ἀλιά, σὲ λίγο ξέσκεπα τὰ λίγα στήθια μένουν!

Ἀθάνατη ‘σαι, ποῦ ποτέ, βροντή, δὲν ἡσυχάζεις;».

Στὴν πλώρη, ποὺ σκιρτᾶ, γυρτός, τουτὰ ‘π’ ὁ ξένος ναύτης.

Δειλιάζουν γύρου τὰ νησιά, παρακαλοῦν καὶ κλαῖνε,

καὶ μὲ λιβάνια δέχεται καὶ φῶτα τὸν καημό τους

ὁ σταυροθόλωτος ναὸς καὶ τὸ φτωχὸ ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)

Μὲς στὰ χαράματα συχνά, καὶ μὲς στὰ μεσημέρια,

κι ὅταν θολώσουν τὰ νερά, κι ὅταν πληθύνουν τ’ ἄστρα,

ξάφνου σκιρτοῦν οἱ ἀκρογιαλιές, τὰ πέλαγα κι οἱ βράχοι.

Γέρος μακριά, π’ ἀπίθωσε στ’ ἀγκίστρι τὴ ζωή του,

τὸ πέταξε, τ’ ἀστόχησε, καὶ περιτριγυρνώντας:

«Ἀραπιᾶς ἄτι, Γάλλου νοῦς, βόλι Τουρκιᾶς, τοπ’ Ἄγγλου!

Πέλαγο μέγ’, ἀλίμονο, βαρεῖ τὸ καλυβάκι•

σὲ λίγην ὥρα ξέσκεπα τὰ λίγα στήθη μένουν!

Ἀθάνατη ‘σαι, ποῦ, βροντή, ποτὲ δὲν ἡσυχάζεις;».

IV

Ἀλλ’ ἥλιος, ἀλλ’ ἀόρατος αἰθέρας κοσμοφόρος,

ἀπὸ τὸ μαῦρο σύγνεφο κι ἀπὸ τὴ μαύρη πίσσα,

ὁ στύλος φανερώνεται, μὲ κάτου μαζωμένα

τὰ παλληκάρια τὰ καλά, μ’ ἀπάνου τὴ σημαία,

ποῦ μουρμουρίζει καὶ μιλεῖ καὶ τὸ Σταυρὸν ἁπλώνει

παντόγυρα στὸν ὄμορφον ἀέρα τῆς ἀντρείας.

Κι ὁ οὐρανὸς καμάρωνε, κι ἡ γῆ χεροκροτοῦσε•

κάθε φωνὴ κινούμενη κατὰ τὸ φῶς μιλοῦσε,

κι ἐσκόρπα τὰ τρισεύγενα λουλούδια τῆς ἀγάπης:

«Ὄμορφη, πλούσια, κι ἄπαρτη, καὶ σεβαστῆ, κι ἁγία!».

V

Καὶ τώρα δά, τ’ ἀράθυμο πάτημ΄ ἀργοπορώντας,

κατὰ τὸ κάστρο τὸ μικρὸ πάλε κοιτᾶ, καὶ σφίγγει,

σφίγγει στενὰ τὴ σπάθα τοῦ στὸ λαβωμένο στῆθος,

ποῦ μέσα ἀγρίκα τὴν ψυχὴ μεγάλη καὶ τὴ θλίψη.

Ἒστησ’ ὁ Ἔρωτας χορὸ μὲ τὸν ξανθὸν Ἀπρίλη,

κι ἡ φύσις ηὖρε τὴν καλὴ καὶ τὴ γλυκειά της ὥρα,

καὶ μὲς στὴ σκιὰ ποὺ φούντωσε καὶ κλεῖ δροσιὲς καὶ μόσχους

ἀνάκουστος κιλαϊδισμὸς καὶ λιποθυμισμένος.

Νερὰ καθάρια καὶ γλυκά, νερὰ χαριτωμένα,

χύνονται μὲς στὴν ἄβυσσο τὴ μοσχοβολισμένη,

καὶ παίρνουνε τὸ μόσχο της, κι ἀφήνουν τὴ δροσιά τους,

κι οὖλα στὸν ἥλιο δείχνοντας τὰ πλούτια τῆς πηγῆς τους,

τρέχουν ἐδῶ, τρέχουν ἐκεῖ, καὶ κάνουν σὰν ἀηδόνια.

Ἓξ ἀναβρύζει κι ἡ ζωὴ σ’ γῆ, σ’ οὐρανό, σὲ κύμα.

Ἀλλὰ στῆς λίμνης τὸ νερό, π’ ἀκίνητο ‘ναι κι ἄσπρο,

ἀκίνητ’ ὅπου κι ἂν ἰδεῖς, καὶ κάτασπρ’ ὡς τὸν πάτο,

μὲ μικρὸν ἴσκιον ἄγνωρον ἒπαιξ’ ἡ πεταλούδα,

ποῦ ‘χ’ εὐωδίσει τσ’ ὕπνους τῆς μέσα στὸν ἄγριο κρίνο.

– «Ἀλαφροΐσκιωτε καλέ, γιὰ πὲς ἀπόψε τί ‘δες;».

– «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρὶς ποσῶς γῆς, οὐρανὸς καὶ θάλασσα νὰ πνένε,

οὐδ’ ὅσο κὰν ἡ μέλισσα κοντὰ στὸ λουλουδάκι,

γύρου σὲ κάτι ἀτάραχο π’ ἀσπρίζει μὲς στὴ λίμνη,

μονάχο ἀνακατώθηκε τὸ στρογγυλὸ φεγγάρι,

κι ὄμορφη βγαίνει κορασιὰ ντυμένη μὲ τὸ φῶς του!».

VIII

«Ἄγγελε, μόνο στ’ ὄνειρό μου δίνεις τὰ φτερά σου;
Στ’ ὂνομ’ Αὐτοῦ ποὺ σ’ τὰ ‘πλασε, τ’ ἀγγειὸ τσ’ ἐρμιᾶς τὰ θέλει.

Ἰδοὺ ποὺ τὰ σφυροκοπῶ στὸν ἀνοιχτὸν ἀέρα,

χωρὶς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!

Τὰ θέλω γῶ, νὰ τὰ ‘χω γῶ, νὰ τὰ κρατῶ κλεισμένα,

ἐδῶ π’ ἀγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII

Καὶ βλέπω πέρα τὰ παιδιὰ καὶ τὲς ἀντρογυναῖκες

γύρου στὴ φλόγα π’ ἄναψαν, καὶ θλιβερὰ τὴ θρέψαν

μ’ ἀγαπημένα πράματα καὶ μὲ σεμνὰ κρεβάτια,

ἀκίνητες, ἀστέναχτες, δίχως νὰ ρίξουν δάκρυ•
καὶ γγιζ’ ἡ σπίθα τὰ μαλλιὰ καὶ τὰ λιωμένα ροῦχα.

Γλήγορα, στάχτη, νὰ φανεῖς, οἱ φοῦχτες νὰ γιομίσουν.

Εἲν’ ἕτοιμα στὴν ἄσπονδη πλημύρα τῶν ἁρμάτων
δρόμο νὰ σχίσουν τὰ σπαθιά, κι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν

ἐκεῖθε μὲ τοὺς ἀδελφούς, ἐδῶθε μὲ τὸ Χάρο.

Τουφέκια τούρκικα, σπαθιὰ

τὸ ξεροκάλαμο περνᾶ.

Πηγή: http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/solomos_eleftheroi_poliorkimenoi.html