Ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγεωργίου μιλά για την πρόκληση να «ανεβάσει» σε σκηνή θεάτρου Σάμιουελ Μπέκετ.

On Ιούνιος 11, 2015 by Epodos
Από την Αντιγόνη Καράλη

MG_1395-Exposure_1

 

Δύο περιπλανώμενοι αλήτες δίνουν ραντεβού στη βιομηχανική περιοχή του Βοτανικού. Σ´ έναν έρημο δρόμο. Στο μοναδικό δέντρο που διακόπτει τη μονοτονία του τοπίου. Περιμένουν κάποιον να έρθει.

«Τίποτα δε γίνεται. Κανείς δεν έρχεται. Κανείς δε φεύγει. Είναι τρομερό!» λένε οι δημοφιλείς ήρωες του Σάμιουελ Μπέκετ στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», που παρουσιάζεται στο «Cartel» σε μετάφραση-σκηνοθεσία Νίκου Καραγέωργου (έως τις 28 Ιουνίου).

 

Η μπεκετική «ιλαροτραγωδία» περιγράφει τη ζωή δύο ημερών δύο ηρώων, όπου το ζήτημα της αβεβαιότητας αποτελεί ουσία και δεν υπάρχουν «κλειδιά» που βοηθούν στην αποκρυπτογράφηση. Πρόκειται για ένα έργο-ερώτηση που στερείται πλοκής κι αναζητά επίμονα απάντηση στα «Ποιος είμαι;» και «Τι σημαίνει όταν εγώ λέω «εγώ»;» και που διαισθητικά παρουσιάζει την αντίληψη του συγγραφέα σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη.

«Τα μεγάλα κείμενα σε “πάνε” από μόνα τους. Αν ξεπεράσεις τον σκόπελο του σκηνοθετικού ναρκισσισμού και της δικαιολογημένης –αλλά τόσο περιττής στην τελική – διάθεσης να τα καπελώσεις για να υπάρξεις, το ταξίδι είναι σε ήσυχα νερά» σημειώνει ο σκηνοθέτης Νίκος Καραγέωργος. Αναφερόμενος σχετικά με το πώς αντιμετώπισε η ομάδα το έργο, τονίζει ότι «είπαμε πολλά στις πρόβες για τον Γκοντό, τον θάνατο του θεού, την ελπίδα, την πίστη, την εξουσία, τον χρόνο και το στραμπούληγμα της γλώσσας για πολλά από τα θέματα του έργου, ενός έργου που, αν και γράφτηκε το 1948, οι λέξεις του είναι σημερινές και τόσο υπαρκτές στην ουσία τους που το κοινό των πρώτων παραστάσεων μόνο έργο του παραλόγου δεν θεωρούσε ότι έβλεπε. Αυτή ίσως είναι και η δύναμη του κλασικού: να μιλάει στο κάθε τώρα σα να γράφτηκε μόνο γι’ αυτό το τώρα». Άλλωστε το… «μπεκετικό τοπίο το βιώνουμε καθημερινά, το βλέπουμε μπροστά μας. Άνθρωποι μες στα σκουπίδια, ο κόσμος ένας ατέλειωτος οίκος ευγηρίας και προσπαθούμε όλοι να πιαστούμε από μνήμες, λέξεις για να συνεχίσουμε. Κι εμείς σ΄ αυτή τη χώρα, ειδικά αυτή την περίοδο, κι αν περιμένουμε τον δικό μας Γκοντό  να έρθει απ΄ τη μεριά των Βρυξελλών μ’ ένα χαρτονόμισμα στο χέρι. Και περιμένουμε… και περιμένουμε τον Γκοντό αλλάζοντας τις ημερομηνίες του ραντεβού κι ελπίζοντας στο τέλος της κρίσης».

145

Ο Εστραγκόν έχει την τάση να ξεχνά κάτι αμέσως μόλις συμβεί, είναι ευμετάβολος, συχνά σκεπτικός και κάπως ανυπεράσπιστος, βλέπει συχνά όνειρα, βρωμάνε τα πόδια του, κάποτε – λέει – ήταν ποιητής και πιστεύει ακράδαντα πως «οι άνθρωποι είναι για τα πανηγύρια». Ο Βλαδίμηρος είναι πιο πρακτικός τύπος, κάπως επίμονος, ούτε θέλει να ακούει για όνειρα, θυμάται λεπτομερώς καθετί που συμβαίνει, έχει βαθιά ελπίδα πως ο Γκοντό θα έρθει, είναι προστατευτικός, ξέρει νανουρίσματα, αλλά μυρίζει το στόμα του. «O Bλαδίμηρος είμαστε εμείς. Η ανθρώπινη ύπαρξη. Tο ανυπόφορο της ύπαρξης που πρέπει να το γεμίσουμε με πράξεις σχεδόν μηχανικές περιμένοντας το νόημα. Eίναι αυτός που ελπίζει αλλά η πίστη του έχει φθαρεί» απαντά ο Βασίλης Μπισμπίκης, που τον υποδύεται, στο ερώτημα ποιος είναι ο δικός του Bλαδίμηρος. «Είναι ο πιο δύσκολος ρόλος που έχω προσεγγίσει, γιατί είναι ένας κενός χώρος που χωράει τα πάντα. Είναι ένα σύμβολο. Kαι από την άλλη, σε πρώτο επίπεδο, είναι ένας κλόουν, ένας κλοσάρ, ένας αλήτης, ένας διανοούμενος. Είναι ο καλύτερος φίλος του Εστραγκόν».

Ο Εστραγκόν, σύμφωνα με τον Παναγιώτη Σούλη (τον Εστραγκόν της παράστασης), είναι ένας «περιπλανώμενος αλήτης που μυρίζουν τα πόδια του. Κάθε απόγευμα συναντάει τον φίλο του Βλαδίμηρο κάτω από ένα δέντρο και περιμένουν μαζί τον Γκοντό για να αλλάξει η ζωή τους. Για να περάσουν την ώρα τους παίζουν, τσακώνονται, γυμνάζονται, βρίζονται και μιλούν ακατάπαυστα για να ξεχαστούν. Του αρέσουν τα καρότα. Θέλει να κρεμαστεί αλλά δεν έχει σχοινί. Τον χτυπάνε τα παπούτσια του. Θέλει να ξεφύγει, να δώσει ένα τέλος, να βρει μία λύση. »Εγώ φεύγω» επαναλαμβάνει συνέχεια, όμως δεν πάει πουθενά και, όταν το κάνει, επιστρέφει πάντα στο ίδιο μέρος – στο δέντρο. Ξεχνάει ή, μάλλον, επιλέγει να ξεχάσει. Όταν κοιμάται βλέπει εφιάλτες, αυτή ειναι η σκοτεινή του πλευρά – τα όνειρά του. Δεν θέλει να σκέφτεται, δεν θέλει να θυμάται, δεν θέλει να ξέρει. Γιατί όταν «πραγματικά» σκεφτόμαστε συνειδητοποιούμε τη λούπα της ζωής».

Οι δύο τους, Bλαδίμηρος και Εστραγκόν, καβγαδίζουν, βαριούνται, επαναλαμβάνονται. Απειλούν ότι θα αυτοκτονήσουν. Κάνουν γυμναστικές επιδείξεις. Παίζουν θέατρο. Και διαρκώς μιλούν για κάποιο ραντεβού. Αρκούν αυτά για να ξεφύγουν από την ανία και την πλήξη της ύπαρξης; Αρκεί να περιμένεις κάτι; Ή κάποιον; Περιμένοντας τον κύριο Γκοντό… με την ελπίδα ένα γεγονός (ή πράγμα ή πρόσωπο ή θάνατος) να αλλάξει με τρόπο θαυματουργό την κατάσταση, να παρακαμφθεί το αδιέξοδο. Να σταματήσει αυτή την κατάσταση αναμονής, κατά την οποία η ροή του χρόνου παίρνει την πιο καθαρή, φανερή, δραστική και αδυσώπητή της μορφή. Να πάψει τις στιγμές που μας φέρνουν αντιμέτωπους με το βασικό πρόβλημα της ύπαρξης».

156

 

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό» τη μετάφραση-σκηνοθεσία υπογράφει ο Νίκος Καραγέωργος. Ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί έχουν επιμεληθεί τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς. Σχεδιασμός αφίσας: Παναγιώτης Μητσομπόνος. Παίζουν (αλφαβητικά): Γιώργος Γεροντιδάκης, Βασίλης Μπισμπίκης, Κατερίνα Σιώζου, Παναγιώτης Σούλης, Στέλιος Τυριακίδης.
Τεχνοχώρος CARTEL, Αγ. Άννης & Μικέλη 4, Βοτανικός (Στάση μετρό Ελαιώνας). Τηλέφωνο κρατήσεων: 693 9898258 (ώρες επικοινωνίας 14:00-21:00)

Πηγή: http://fractalart.gr/nikos-karageorgiou/