από το 27 ή ο άνθρωπος που πέφτει – Γιάννης Ευθυμιάδης

On Ιανουάριος 26, 2016 by Epodos
Από το 27 ή Ο άνθρωπος που πέφτει - Γιάννης Ευθυμιάδης

Γιάννης Ευθυμιάδης – Από το 27 ή Ο άνθρωπος που πέφτει

Πηγή φωτογραφίας: http://efthymiades.blogspot.gr/

 

Μετέωρα βράχια που ξερνάνε όρθια πτώματα πριν απ’ την πτώση, πάνω λιγοστό γαλάζιο
Να μου θυμίζει ανάταση για να συμπληρωθεί, όσο πιο απλά, πικρό το σχήμα ειρωνείας
Και κάτω πλήθη να κραυγάζουν αδιάφορα τρώγοντας ό,τι απέμεινε από τους μάγους
Μα το κορίτσι, το κορίτσι πάγωσε εκεί ένα του βλέμμα χαρισμένο στον αιώνα
Μία στιγμή, αυτή που πέφτω, επιβεβαίωση μικρού βαράθρου ανοιγμένου σαν αστείο
Μέχρι πριν λίγο ήταν τα χέρια μου προέκταση ηλεκτροφόρου πυρετού απ’ την οθόνη
Όπως αγόρι έμαθε καλά τον έρωτα μέσα από εκατομμύρια κρυμμένα pixels
Μακάβριο θέαμα, διαρκεί κανιβαλίζοντας όσο θα επιτρέψει η ροή προγράμματος
Να παραβιαστεί απρόβλεπτα το σχέδιο, αυτό που θα ’ναι πια για πάντα τ’ όνειρό σου

Τώρα που διαβάζεις εγώ ίσως δεν υπάρχω, αιώνες μετά ή μερικές μόνο στιγμές
Γιατί η σκέψη μου, στιγμιαία σύλληψη, μπορεί να σχηματίσει τόπο και διάρκεια
Εσύ διαβάζοντας όσα γράφω ιχνηλατείς ξανά πάνω στον δικό μου μετεωρισμό
Μπαίνεις στις ίδιες λέξεις, όπως μπαίνουν τόσες χιλιάδες άνθρωποι μέσα στην ίδια θάλασσα
Κι όπως όταν κολυμπάς στην Κρήτη το νερό ενώνει μ’ αυτόν που κολυμπάει στη Μαγιόρκα
Έτσι κι η σκέψη, έτσι κι η ποίηση, ενώνουν – πάντα ίδια είναι τα νερά, πάντα αλλιώτικα
Ενώ την ίδια στιγμή η άμμος εξακολουθεί να σε μαστιγώνει, καθώς οι σκέψεις σου,
Σιγά-σιγά σε θάβει κάτω από έναν αμμόλοφο χωρίς άλλο σημάδι πάνω του
Παρεκτός από τα ίχνη όσων άλλων ήρθαν να ανασκάψουν τη χαμένη σου ύπαρξη

Εδώ πάνω στη διπλή μας στύση αντιλαμβάνεται κανείς τη ματαιότητα του ύψους
Πόσος καιρός χρειάστηκε για ν’ ανεβούμε, χωρίς έρωτα, με βέβαιη όμως έξαψη
Μα λίγες στιγμές για να φτάσω στην αρχή, να επιβεβαιώσω αντίστροφα την ύπαρξη
Για τόσα χρόνια το αγνοούσα, μα τώρα τα νετρίνα μού εξιστορούν αλήθειες και λάθη
Αιώνες ζούσαν μέσα από το σώμα μου, πότε αφήνοντας και πότε κλέβοντάς μου ίχνη
Όσα μου έφερναν, με έχτισαν στην κόψη της απόφασης, όσα μου πήραν, με γκρεμίζουν
Μαζέψτε τα κομμάτια μου και υψώστε το δικό σας απόρθητο, γιατί διάτρητο, μέλλον
Ή φτιάξτε πάνω στα θεμέλια της πτώσης μια νέα Ρώμη που φλερτάρει με τη φθορά της
Ψηλά, πάνω στους ουρανοξύστες της, θα εμφανιστεί το προαιώνιο μήνυμα της ζωής

Σοφοί άνθρωποι του αιώνα μου είπαν για τη γη και είπαν για το αχανές διάστημα
Σοφοί άνθρωποι του αιώνα μου έδιωξαν μακριά αρρώστιες κι ελλείμματα διάφορα
Κάποιοι σοφοί του αιώνα μου μίλησαν γι’ αυτούς που έχουν και γι’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα
Και κάποιοι προχώρησαν πιο πολύ κι απ’ τους ποιητές και είδαν την άλλη πλευρά του φεγγαριού
Κάποιοι άλλοι, το ίδιο σοφοί, τους είπανε σοφούς και χωρίς δισταγμό τους αποθέωσαν
Αν και σοφοί όμως, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το διάστημα ανάμεσα στους ανθρώπους
Κατάφεραν όμως να γεννήσουν αρρώστιες ωφέλιμες που οδηγούν στην επιτυχία
Όλοι οι σοφοί του αιώνα μου, ευτυχώς, είναι απ’ αυτούς που έχουν κι ελεούν όσους δεν έχουν
Γι’ αυτό και οι σοφοί του αιώνα μου έχουν αρχίσει να μοιράζουν ως κι αυτό το φεγγάρι

Έχω έν’ αυτοκίνητο που όλο όλο τρέχει και πού θα σταματήσει; Ποτέ και πουθενά
Κι εγώ κλεισμένος μέσα του συνέχεια οδηγάω, για πείτε πού τραβάω; Δίχως προορισμό
Τριγύρω κι άλλοι οδηγούν, πού πάν’ τη μοναξιά τους, πού λένε τη χαρά τους; Σε κανέναν μας
Κοιτούν απ’ τα παράθυρα, κοιτώ κι εγώ ο καημένος «Γιατί είστε έτσι θλιμμένος;». Δεν μου απαντά
Καμιά φορά την Άνοιξη, κατεβασμένα τζάμια, ιδέα! πού ν’ τη; νά μια: κουβεντιάζουμε
«Πόσο το πήρες, φίλε μου; Είσ’ ευχαριστημένος;» ρωτάει απορημένος. «Τόσο» και «Πολύ»
Και σαν ανάψει πράσινο, ξεχνάμε τη φιλία και τρέχουμε με βία να γκαζώσουμε
Να πάμε να προλάβουμε, ούτε κι εγώ δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω, κι αν θα φτάσουμε
Και τρέχα και οδήγησε, περνάει η ζωή μας, ρετάρει η μηχανή μας, εξαρτήματα…

Τα κομμάτια της Βαβέλ με περιέχουν, τα σημάδια της Βαβέλ τα χαραγμένα πάνω μου
Γλώσσες των ανθρώπων, γλώσσες της γης μου, που φύτρωσαν μόνες τους πάνω στην ξεραμένη λάσπη
Γλώσσες προαιώνιες, γλώσσες αγέννητες ρέουν μέσα μου αίμα και χολή αχώριστα
Πώς να μιλήσω στο μέλλον που με περιμένει με τη σκανδάλη στο πάθος και στους μύθους μου;
Συγχωρήστε με, σπέρματα αφύτρωτα, κι ορίστε σκληρή εκδίκηση στο άνοιγμα του χρόνου
Πατήστε πάνω στη φθορά των φθόγγων μου, χτίστε τον λόγο τον από μένα ακατανόητο
Και τρέξτε να γλιτώσετε από την επανάληψη, σκίστε, πετάξτε, γεννήστε ανάληψη
Τα λόγια μου αφήστε τα στους τέσσερις ανέμους που ορίζουν το τοπίο του αιώνα σας
Κι αν τώρα τα διαβάζετε, φτύστε και κλείστε τη σελίδα˙ νέος αγώνας σάς περιμένει

Δες με τώρα, ταπεινέ μου εξουσιαστή, που νόμιζες πως πάντα θα μετρούσες τις ανάσες μου
Πέφτω, μα βρίσκομαι πολύ ψηλότερα από σένα, τόσο που να μπορώ να δω πια καθαρά
Το φοβισμένο βλέμμα ζαρκαδιού και την ατάραχη καρδιά, τα δυο στεγνά σου μαύρα χείλη
Το ύψος μου εμπόδιο αμεριμνησίας και από αύριο λύπη για την απουσία μου
Από μητρώα δημοτών, οφειλετών ή ψηφοφόρων, τόσοι αριθμοί, τέτοιο γινόμενο
Τους πρώτους μήνες θα μαζεύονται κάτω απ’ την πόρτα φάκελοι ανεπίδοτοι με τ’ όνομά μου
Το όνομά μου, που μου ’ταζαν πως θα ’ναι ανάστημά μου, τώρα προσφώνηση μιας απουσίας
Ποτέ δεν είχες στοχαστεί, εξουσιαστή, μη χρειαστεί να με φωνάξεις μόνον όταν λείπω
Στους καταλόγους των νεκρών, αβάσταχτο συμπλήρωμα στις λίστες των πιο ζωντανών σου φόβων

Παιδί, παιδάκι, έλα να σε νανουρίσω, κι ας μη σε γέννησα ποτέ, μικρό αστέρι μου
Κρύψε το χέρι σου, κι εγώ δεν θα σου δείξω τη φρίκη και την κόλαση που καταφέραμε
Δεν θα σε πάω βόλτα στην πλατεία Τιενανμέν, δεν θα σου ρίξω πύραυλο μέσα στη νύχτα
Αντί για ακρωτήρια ακρωτηριασμένο ποτέ μη δεις εχθρό, ή και το σώμα σου
Σ’ έναν πλανήτη που καταρρέει δεν θα σε βάλω να μαζεύεις όνειρα απ’ τα σκουπίδια
Κλείσε τα μάτια καθώς περνάμε από απέραντα νεκροταφεία αγνών προθέσεων
Το χιόνι και το χελιδόνι θα τα αφήσω άγνωστες λέξεις στη ζωή σου μια για πάντα
Απ’ όλα όσα έζησα μέχρις εδώ, παιδί μου, τίποτα να μη δεις εσύ να γίνεται
Αχ, παιδί, παιδάκι μου, κοιμήσου στην αγκαλιά ενός αγέννητου για πάντα παραδείσου

Θέλω να βιδώσω μια λαχτάρα κι έπειτα να τη σφίξω καλά με το γαλλικό μου κλειδί
Τα καλώδια να περνάνε μέσα από κάθε στροφή σπινθηρίζοντας το συναίσθημα μας
Υγρά να στιλβώνουν την ένωσή μας, ελάσματα να τεντώνουν τον πόθο μας ως το τέλος
Μια δεξιά, μια αριστερά, μέσα-έξω, έμβολα και στρόφιγγες να γρυλίζουν, αγάπη μου
Δυνατά να ακούω τη φωνή σου σε κάθε στροφή, απαλά να αγγίζω το κορμί σου
Σιδερένια μου έλξη, ατσαλένια μου έξαψη, να μυρίζω την πυρωμένη σου λάβρα
Σ’ έναν κόσμο ηλεκτρονικής ανάσας και φωτοχημικής ένωσης των πάντων γύρω μας
Θα ’ρθω να σε κάνω σώμα μου χύνοντας, χύνοντας μέταλλο πάνω στην επιθυμία σου
Τελικά πόσο δίκιο έχεις, Bjork, πάντα έτσι ήταν, πάντα έτσι θα ’ναι, all is full of love

Κάθε πρωί έφευγε απ’ το σπίτι του ολόγυμνος, φορώντας μόνο μιαν αθωότητα
Έμπαινε μέσα στον σταθμό κι ένιωθε εκεί να τον τυλίγει σαν ενοχή ένα πρώτο ρούχο
Στη δουλειά φορούσε ένα πανωφόρι, στενό, σφιχτό, κλεισμένο, να του κόβει την ανάσα
Κι όταν οι άλλοι έκαναν διάλειμμα, έδενε κι αυτός έναν τρόμο, σφιχτή ζώνη γύρω του
Προς το τέλος της ημέρας είχε φορέσει μέσα απ’ τα συρτάρια του κάλτσες και γάντια χοντρά
Κι έφτανε η στιγμή της ανακούφισης, η ώρα να γυρίσει πίσω στο σπίτι του αργά
Σε όλη τη διαδρομή φορτωνόταν με ρούχα κι άλλα ρούχα, σάρκα ξένη στη σάρκα του
Μέχρι που φτάνοντας στο δεύτερο σκαλοπάτι του ένιωθε να βουλιάζει μες στο μάρμαρο
Κι άρχιζε τότε με μανία να γδύνεται όλα τα ρούχα μέχρι την επόμενη μέρα

Αψηφώ του χρόνου το τικ τακ, παίζω κι η καρδιά μου κάνει κρακ, στα βομβαρδισμένα του Ιράκ
Παίζω πόλεμο και πολεμώ, βάζω στο μυαλό μου το κενό, κάνω μαύρες σκέψεις έβενο
Έχω φοβηθεί τόσο πολύ, που φοράω το φόβο για στολή, να ξεγυμνωθώ με προκαλεί
Δεν υπάρχει φίλος ούτε εχθρός, με κοιτάζει ο θάνατος νωθρός, κάθε ήρωας είναι νεκρός
Ξέχασα τι θέλω κι είμαι εγώ, έχω τον εφιάλτη συνεργό, χτίζω κάθε μέρα κάτεργο
Έξαφνα είμαι άντρας και μωρό, να σταθώ στη μέση δεν μπορώ, δάγκωσα να κόψω τον λώρο
Για να κυβερνάς γίνε τυφλός, παίξε με στο πόκερ, είμαι απλός, και μη νοιάζεσαι, θα σου ’ρθει φλος
Κάνω σκάρτο βήμα κι έχω δει, που ο τριγμός του διεκτραγωδεί το αλουμινένιο μου πόδι
Θα ’ρθουν μέρες και δεν θα ’μαι εδώ, κρίμα, δεν θα ζήσω για να δω, αν θα με πετάξουν σε κάδο

Αχ, ποιητές μου, που όλο γράφετε ποιήματα κι έξω η ζωή πίσω απ’ την πλάτη σας γελάει
Μην σας ξεφύγει ένα ταυ ή μια παρένθεση, θα ’ρθει το τέλος πια του κόσμου σας, και πάει!
Δεν θα μυρίζουμε πια άνοιξη στις λέξεις σας, κι ο έρωτας πλέον όλους δε θα μας χωράει;
Θα πάψουν, ποιητές μου, πια να κάνουν πόλεμο, θα σταματήσουν τα παιδιά πια να πεινάνε;
Δεν θα φοβούνται, δεν θα τρέχουν, δεν θα χάνονται; Θα ’ναι πάντα χαρούμενα με ό,τι να ’ναι;
Τίποτα, ποιητές μου, απ’ αυτά δε γίνεται, είτε τη βρείτε σεις τη ρίμα σας ή όχι
Όσο εσείς γράφετε στ’ άσπρο χαρτί, σκοτώνουνε με μαύρο θάνατο παντού ή με ξυράφι
Κι αν μες στα ποιήματά σας ευωδιάζει τ’ όνειρο, έξω μυρίζει ο κόσμος κόλαση και θειάφι
Γι’ αυτό, ποιητές μου, να μη γράφετε ποιήματα, και στο εξής με την υποκρισία νισάφι