Γράμματα στον Πρίγκηπα

On Ιανουάριος 26, 2016 by Epodos
Γιάννης Ευθυμιάδης - Γράμματα στον Πρίγκηπα

Γιάννης Ευθυμιάδης – Γράμματα στον Πρίγκηπα

Πηγή φωτογραφίας: http://efthymiades.blogspot.gr/

 

Στο μέρος της απόλυτης σιωπής
δεν θα σε πάρω μαζί, φίλε μου,
– δεν το μπορώ και δεν το θέλω–
θα πάω μόνος. Εσύ θα ’ρθείς μετά,
μήπως και μυρίσεις στα χέρια μου
όσα άγγιξα.

***

Εν αρχή ην η μουσική και η σιωπή, μετά η σμίξη τους. Έρωτας
απ’ την πρώτη ώρα που θυμάμαι.
Μια θάλασσα η μουσική και τη δροσίστηκες απέραντη.
Το κάθε κύμα κι ένας φθόγγος σου, ο σκοτεινός βυθός της ο πνιγμός σου,
ο ουρανός αντιφεγγίζεται στη σκέψη σου, σε ποιαν ακτή, ποια μόνη ακρογιαλιά
θα σβήνουνε τα λόγια σου κι ως πότε;
Όσο θα ζει η γη, όσο η θύμηση, όσο τα κύματα θα φτάνουν να χτυπάνε
κατάξερα χαλίκια αργά το απομεσήμερο, την ώρα που όλα γύρω εξαχνώνονται
σε ώρα μυστική κι ακούγονται, λες, σαν καινούργια μες στο άπειρο,
ως τότε θα μιλάς με τα τραγούδια σου, Ορφέα πρίγκιπά μου,
ισορροπώντας στις πέντε γραμμές του σύμπαντος, με το κλειδί του ωραίου
για σημάδι.
Πέρασα πια στην ηλικία που αναστρέφοντας δεν βλέπω αστέρια,
βλέπω μόνο τον Θεό. Και ο ρυθμός σου
ξεδιπλώνεται ανάμεσα.

***

Το τραγούδι μια θα παίρνει τη δική σου φωνή,
μια τη δική μου. Μπαίνω μες στον ναό και στον μόχθο σου.
Η συντέλεια είναι κοντά. Κι ο Θεός διφυής πια.
Οι άλλοι τιμωρημένοι να μην ξέρουν.
Πάντοτε θέλω,
πρίγκιπά μου φεγγαρόσχημε,
να σ’ αντικρίζω
σαν την τολμηρή πανσέληνο
κι απ’ το σφοδρό,
το αμοιβαίο χτύπημα
να ξεπετιέται
σαν της τσακμακόπετρας
δαιμονισμένη
φλόγα να μας κάψει,
Υάκινθέ μου,
γιε της Υακίνθης.

***

Ο αχειροποίητος. Ήρθες για να με πάρεις.
Κοιτάζεις αινιγματικά και περιμένεις. Διεκδικούμε
το ίδιο απαλό μωβ. Δεν με πειράζει. Αφού με δίδαξες
να πολεμώ κακούς μαντατοφόρους
και να βρίσκω μίτο για τους ατέλειωτους λαβυρίνθους.
Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο; Και τον κατοίκησες, αγάπη, πρίγκιπά μου;
Χωράω να μπω, έστω για λίγο, μέσα; Να τον μυρίσω;
Τόσο που σ’ έχω ερωτευτεί,
που μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τις λέξεις,
μα καθαρές να τις γυρίζω άλλοτε βότσαλα κι άλλοτε
σπασμένα κοχύλια μες στο στόμα μου. Σ’ ακούω να μιλάς ελευθερία
και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια, να τα πλαταίνεις,
να μην τα σπας ποτέ. Μέσα στα σύνορα που χάραξες
διαχέεται το φως και γράφεται το άσπιλο κλειστό νησί σου.
Αν έφτασα στον κήπο αυτόν
μόνο για να σε συναντήσω, καλώς που έζησα.
Κι ας μοιράζομαι τώρα μαζί σου και πάντοτε
την ίδια ασύμμετρη σπίθα. Ο λίβας του απόλυτου
ξέρει να κατακαίει ως κάτω πέρα στη θάλασσα.
Ο ανήλεος δαίμονας.

***

Εσύ κι εγώ
κοιμόμαστε την ίδια αγαπημένη.
Γλείφω το γυάλινό της σώμα, όπως η σταγόνα.
Πίνω το κόκκινο κρασί και τους χυμούς της. Ύστερα
ξαναγράφω τη ματιά μου – μια γραμμή λεπτή, καμπύλη, ατέλειωτη.
Πάρε το σχήμα της. Πάνω στην κυματιστή της ελευθερία μπορείς να ξανάρχεσαι.
Ο κόσμος στροβιλίζεται αλλιώτικα, όμως εσύ
έχεις πια ανακαλύψει το ασύλητο άρωμα των βυθών του,
την ερμαφρόδιτη ομορφιά που μπορεί να υπάρξει, το όνειρο.
Μάγεψε όσα λιγοστά απομένουν απείραχτα. Σου αφήνομαι.

***

Tα ήξερα όλα και τα ξέχασα. Τα ήξερα όλα
και τα γδύθηκα, για να ντυθώ την καθαρότητά σου, πρίγκιπά μου.
Γιατί το ξύλο, το φύλλο και ο άνεμος δεν θέλουν όνομα για να τα πω,
δεν θέλουν γνώση να τα καταλάβω. Εγώ, ο αγνώς, θα γίνω ξύλο
κι εγώ φύλλο,
εγώ άνεμος,
σπέρνω, φυτρώνω, θάλλω, εξατμίζομαι,
γυμνός μέσα στο σύμπαν διαστέλλομαι,
ώσπου ν’ αγγίξω τα κρυφά του όρια, να τα τεντώσω.
Εκεί, σ’ αυτό το σύνορο είναι που εγώ σε συναντώ,
εκεί που σε γνωρίζω κι εκεί που σε ενώνομαι.
Ύστερα πια μπερδεύω αν πρέπει να μιλώ με το εγώ, με το εσύ
ή δίχως τίποτα,
αφού πια τίποτα δεν μένει ανάμεσά μας.
Η ένωσή μας μόνο για τους μύστες.

***

Έξαφνα
τα μαλλιά σου μάκρυναν, τα δάχτυλά σου μάκρυναν, τα λόγια έμειναν στο χώμα.
Για σένα τίποτα δεν τελειώνει εκεί, στην πολιτεία των αγγέλων και των κριτών.
Τώρα μια μια οι λέξεις σου θα πέφτουν καταστερισμοί σε  σκοτεινό στερέωμα. Τώρα
δικαιοσύνη. Διέγραψες ολόκληρο τον κύκλο. Έψαξες το παιδί και το συνάντησες,
ξανάγινες εκείνο το παιδί κι αναστηθήκατε μαζί. Την ώρα της πιο βέβαιης θλίψης
επέμενες να ζωγραφίζεις αλλεπάλληλα δοξαστικά ωμέγα.
Ο πρίγκιπας που υπήρξες μέσα σε λάσπη και σε καλοκαιρινή βροχή
δεν μόχθησε παρά να τινάζει τα χώματα απ’ τα καθαρά του χέρια,
για να μπορεί να σκουπίζει το μέτωπό του,
να τρίβει τα μάτια του μπροστά στην έκπληξη.
Και μη φοβάσαι. Η έκπληξη σε διάλεξε.
Το όνειρό σου είναι η πραγματικότητα που όλοι, έστω για μια φορά,  ποθήσαμε.