Η Ιστορία Ενος Φυλακισμένου Παιδιού – Ελένη Πάρσαλη

On Μάρτιος 22, 2016 by Epodos
Αγροτική Φυλακή στο Βίδο, Κέρκυρας (1925

Αγροτική Φυλακή στο Βίδο, Κέρκυρας (1925)

Πηγή Φωτογραφίας: http://www.panoramio.com/photo/24330189

 

«Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη στις φυλακές ανηλίκων εις την νησίδα Βίδο.»  είπε ο δικαστής. «Όταν ενηλικιωθεί θα μεταφερθεί σε φυλακές που θα οριστούν τότε!»

Την επόμενη μέρα η βροχή δεν εμπόδισε τους αστυφύλακες να μεταφέρουν το αγόρι στο νησί. Του είχαν δώσει να φορά μόνο κάτι γκριζωπά ρούχα που απ ‘ότι του είπαν φορούσαν όλα τα παιδιά στις φυλακές. Οι ίδιοι φορούσαν χοντρούς μουσαμάδες για να προφυλαχτούν από το κρύο και την βροχή. Τα χέρια του παιδιού ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη του και δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε εκατοστό. Κρύωνε, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η βροχή τρυπούσε τα ρούχα του μα δεν έλεγε λέξη.

Όταν έφτασαν στον νησί ένας φύλακας τον οδήγησε στον διοικητή. Εκείνος διάβασε τον φάκελο του μα δεν σάστισε. Είχε δει πολλά παιδιά με το ίδιο ανάστημα, ψηλά, κοκαλιάρικα, ταλαιπωρημένα και τσακισμένα από χίλια δυο βάσανα. «Αθανάσιος Μπεκρής. Ετών 15. Σύμφωνα με τούτο δω το χαρτί σκότωσες τον πατέρα σου. Το ίδιο προσπάθησες να κάνεις στην μάνα σου» είπε τέλος ο διοικητής. Πέταξε τον φάκελο στο γραφείο όπου ακούμπησε τους αγκώνες του και έμπλεξε τα δάκτυλα του. Κοίταξε το παιδί διαπεραστικά για λίγο. «Γιατί έκανες κάτι τέτοιο; Ποιος ο λόγος να σκοτώσεις τον πατέρα σου;»

Το παιδί δεν απάντησε απλά κοιτούσε τον διοικητή «Μπορώ να φύγω;» ρώτησε τέλος με αδιάφορη φωνή. Ο διοικητής τον κοίταξε «Μπορείς, αλλά να θυμάσαι! Μην δίνεις πολλές πληροφορίες εδώ. Είναι πολλοί λίγοι αυτοί που μπορείς να εμπιστευτείς» είπε και φώναξε έναν φύλακα να τον πάει στους κοιτώνες. Καθώς ο Θανάσης έφευγε ο διοικητής συνέχισε να τον κοιτάζει ανησυχώντας για το μέλλον του παιδιού και το πρώτο του βράδυ σε αυτή την κόλαση όπως την αποκαλούσε. Γιατί βλέποντας τα παιδιά καταλάβαινε ότι βρισκόταν σε μια κόλαση.

Καθώς ο φύλακας οδηγούσε τον Θανάση στους κοιτώνες δεκάδες μάτια τους κοιτούσαν από τα παράθυρα. Περίεργα, πικραμένα ακόμα και τρελά. Ο φύλακας άνοιξε μια πόρτα έσπρωξε το παιδί μέσα, του έβγαλε τις χειροπέδες και ύστερα από ένα ανεπαίσθητο νεύμα έφυγε κλειδώνοντας την πόρτα. Τρίβοντας τους καρπούς του το παιδί παρατήρησε πολλά μάτια να τον κοιτάνε από τις άθλιες υποτυπώδης κουκέτες. Από μία από αυτές κατέβηκε ένα γεροδεμένο αγόρι και πλησίασε τον Θανάση. Έστελνε γύρω του κύματα βρόμας που ούτε οι πιο άπλυτοι από τους συντρόφους τους φαινόταν να μην αντέχουν. Ό Θανάσης κόλλησε στην πόρτα εν μέρη από φόβο αλλά περισσότερο για να αποφύγει την μυρωδιά. Όταν το αγόρι έφτασε σε απόσταση ενός μέτρου από αυτόν ρώτησε με  προφορά από την νότια πλευρά του νησιού «Πως σε λένε;». Ο Θανάσης δίστασε αλλά βλέποντας τα τρελά μάτια του αγοριού θεώρησε καλό να μην τον αγνοήσει «Θανάση» απάντησε διστακτικά «Πότε ήρθες;» «Πριν λίγο» «Για ποιο λόγο είσαι εδώ;» «Τι σε ενδιαφέρει;» «Με ενδιαφέρει!» βροντοφώναξε το γεροδεμένο παιδί «εγώ είμαι ο αρχηγός εδώ και καλά θα κάνεις να απαντάς σε ότι σε ρωτάω κατάλαβες βουρλισμένο;» συνέχισε «Μπα;» απάντησε αναιδέστατα ο Θανάσης. Δυστυχώς αυτό εξόργισε παραπάνω τον ήδη οξύθυμο τρόφιμο. Αρπάζοντας τον Θανάση από τον γιακά άρχισε να τον χτυπά αλύπητα πάνω στα πόδια των κουκετών, στον τοίχο και ανάγκαζε αυτούς που βρισκόταν πιο κοντά του να τον χτυπήσουν και αυτοί. Όταν βαρέθηκε τον έριξε σε ένα κρεβάτι και έσκυψε από πάνω του για να του πει «Καλώς μας ήρθες» και έπειτα να γυρίσει στο δικό του κρεβάτι σιγοτραγουδώντας ένα τραγούδι από το χωρίο του. Οι υπόλοιποι τρόφιμοι γύρισαν διστακτικά στις κουκέτες τους αγνοώντας το αγόρι. Ένας από τους τροφίμους τον κοίταξε λίγο παραπάνω από τους υπόλοιπους και πήρε την απόφαση του.

Εκείνο το βράδυ ο Θανάση ονειρεύτηκε την οικογένεια του, ειδικά κάτι βράδια σαν αυτά που τα πέρασε εξαιτίας του πατέρα του. Ήταν μέθυσος και κάθε βράδυ που γυρνούσε από την ταβέρνα αποφάσιζε ότι ο γιος του ήταν ο λόγος που δεν έβγαζε όσα χρήματα ήθελε και ήταν τόσο φτωχοί και εκδήλωνε το μίσος του με βρισιές ακόμα και χτυπώντας τον ίδιο του τον γιο. Η μητέρα του δεν έδινε σημασία. Αρκεί να μην ήταν αυτή. Αν τύχαινε να ακούσουν οι γείτονες τις φωνές του άνδρα της που συνοδευόταν από το κλάμα και τα παρακάλια του γιου της έλεγε πως όλα τα παιδία για να μεγαλώσουν σωστά χρειαζόταν το ξύλο και πως απλά υπερέβαλαν και πως τα φρούτα του κυρ Μήτσου ακρίβυναν και πάνω από όλα είχαν σκουλήκια αν ήταν δυνατόν! Δεν την ένοιαζε καθόλου ο γιος της. ‘Όταν βρισκόταν μόνοι απλά τον αγνοούσε, λες και ήταν μια ακόμη καρέκλα. Δεν του μαγείρευε, δεν του έπλενε τα ρούχα ούτε του άνοιγε την πόρτα όταν γύριζε αργά από τα καΐκια που δούλευε για πενταροδεκάρες. Τον θεωρούσε υπεύθυνο που δεν είχε παντρευτεί τον Πέτρο τον γιατρό. «Αν δεν με είχε γκαστρώση ο άτιμος ο πατέρας σου. Τώρα θα έπινα το τσάι μου με όλες τις κοντέσες*!» του έλεγε συχνά. Μια μέρα ο Θανάσης δεν άντεξε. Την στιγμή που τον ξυλοκοπούσε ο πατέρας του άρπαξε ότι βρισκόταν πιο κοντά στο χέρι του και το έφερε στο κεφάλι του πατέρα του σκοτώνοντας τον. Θολωμένος από μίσος πήγε στο δωμάτιο της μητέρας του και προσπάθησε να την στραγγαλίσει. Τότε ήταν που τον άρπαξαν οι γείτονες και την έσωσαν.

Όταν τον ξύπνησε το εγερτήριο το πρωί τρόμαξε βλέποντας δύο μάτια να τον κοιτάνε «Είναι ώρα να σηκωθείς» του είπε το άλλο αγόρι και αφήνοντας του λίγο νερό και μια ντομάτα έφυγε για να βρει τους άλλους τροφίμους έξω από τον κοιτώνα .Ο Θανάσης έφαγε το φτωχικό πρωινό του και ακολούθησε τις οδηγίες ενός φύλακα που του είπε να πάει στα χωράφια.

Από τότε κάθε πρωί πήγαινε στα χωράφια και μερικά απογεύματα τύχαινε να δει μερικά παιδιά μαζεμένα γύρω από έναν κύριο. Μαζί τους ήταν και το παιδί που του είχε δώσει το πρωινό του εκείνη την μέρα. Του έκανε εντύπωση το πόσο χαρούμενα ήταν. Γελούσαν και πείραζαν τον κύριο ο οποίος τα πείραζε με την σειρά του. Καθώς τους παρατηρούσε είδε ότι προσπαθούσαν να κάνουν κάποιο είδος κόμπου στην μέση ενός σκοινιού. Άλλοι τα είχαν καταφέρει και άλλοι όχι. Κάποια στιγμή το αγόρι που έμενε στην ίδια κουκέτα μαζί του τον είδε και αμέσως ψιθύρισε κάτι στο αυτί του. Ύστερα ο κύριος γύρισε και κοίταξε τον Θανάση και τον πλησίασε με ένα πλατύ χαμόγελο. Ήταν το πρώτο που είχε δει εδώ και μέρες και αυτό τον είχε κάνει επιφυλακτικό. «Γεια σου τι κάνεις;» τον ρώτησε ο κύριος όταν πλησίασε συνεχίζοντας να χαμογελάει. Ο Θανάσης δεν απάντησε αλλά αυτό δεν πτόησε τον χαμογελαστό κύριο. «Είσαι αυτός που ήρθε πριν λίγες μέρες ε; Μου μίλησε ο Παύλος για σένα» είπε και έδηξε το παιδί που ήταν στον ίδιο κοιτώνα με τον Θανάση «Μου είπε πως συμπεριφέρθηκες σε αυτό το …παλικάρι -ας τον πούμε έτσι» τον κοίταξε στα μάτια και το βλέμμα του έγινε μεμιάς συμπονετικό «Δεν ήταν πολύ σοφό ξέρεις» του είπε «Και εσένα τη σε νοιάζει;» απάντησε αναιδέστατα ο νεαρός και έφυγε.

Την επόμενη βδομάδα πέρασε πάλι από εκείνο το σημείο και έψαξε να δει αν ήταν εκεί αυτός ο παράξενος κύριος «Τι ψάχνεις;» ακούστηκε μια φωνή από πίσω του. Γύρισε και είδε εκείνο το παιδί από την πρώτη μέρα -τον Παύλο- σε απόσταση μερικών μέτρων. «Τίποτα απλά κάνω βόλτα» απάντησε και έκανε να φύγει. Δεν πρόλαβε να κάνει μερικά βήματα και το πόδι του λύγισε κάνοντας τον να αφήσει μια κραυγή πόνου. «Τι έγινε;» ρώτησε πανικόβλητος ο Παύλος «Τίποτα απλά στραμπούλιξα το πόδι μου στα χωράφια» «Σε ποιόν τα πουλάς αυτά;! Νομίζεις δεν βλέπω αυτόν τον νταή να σε βαρά όπου βρει; Μα καλά και συ τζούφιο τσερβέλο** έχεις; Γιατί δεν τον αποφεύγεις;»  «Γιατί το νησί είναι δυο πιθαμές όπου και να πάω θα με βρει» μέχρι να τελειώσει τα λόγια του ο Παύλος του είχε δέσει το πόδι και τον οδηγούσε σε ένα κτήριο «Που με πας;» είπε ο Θανάσης σταματώντας. Ξαφνικά θυμήθηκε τα λόγια του διοικητή Είναι πολλή λίγοι αυτοί που μπορείς να εμπιστευτείς. «Στην λέσχη. Ο αρχηγός θα δει το πόδι σου και θα μιλήσει στον διοικητή» είπε ο Παύλος με φυσικότητα. «Δεν χρειάζεται» απάντησε και έφυγε για άλλη μια φορά. Όλη την βδομάδα προσπαθούσε να αποφύγει τον Παύλος αλλά αυτός δεν έδινε μεγάλη σημασία στην ύπαρξη του. Την επόμενη Κυριακή έμαθε τον λόγο.

«Εεεεεπ!!» του είπε ο χαμογελαστός κύριος και τον σταμάτησε. Για άλλη μια φορά τα παιδιά βρισκόταν κάτω από ένα δέντρο και ζωγράφιζαν κάτι. Ο κύριος είδε πως ο Θανάσης τους κοιτούσε περίεργα και του είπε «Κάνουν έναν χαρτί του νησιού ή τουλάχιστον προσπαθούν. Δεν βλέπω να τελειώνει ίσως τον αφήσουν στην μέση πάντα αυτό κάνουν…Τέλος πάντων! την προηγούμενη φορά δεν προλάβαμε να μιλήσουμε. Ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Πως σε λένε;» “Τι θέλει τώρα αυτός; Γιατί δεν με αφήνει μόνο μου;” σκέφτηκε ο Θανάσης «Γιατί;» «Γιατί; Κάπως πρέπει να σε φωνάζω και εγώ! Πως θα σε λέω; »Εεεεε ψιτ παιδί!»; Θα γυρίσουν όλοι» “Εε;” σκέφτηκε το παιδί «Θανάση» είπε τέλος και ο κύριος του έτεινε το χέρι «Σωτήρης Πούλος» «Βούλος;» «Πούλος  λέγε με Σωτήρη καλύτερα… μου μίλησε ο Παύλος» είπε τέλος και κοίταξε τον Θανάση με το ίδιο βλέμμα που είχε την προηγούμενη φορά…Σαν να μην στεκόταν ο Θανάσης εκεί αλλά ο γιος του. «Θα συναντηθώ με τον διοικητή αύριο…να μεσολαβήσει για κάποια πράγματα που χρειάζεται η ομάδα μας….θα του μιλήσω και για το περιστατικό» «Όχι» είπε απότομα ο Θανάσης «Θα το λύσω μόνος μου» πριν προλάβει να πει κάτι ο κύριος και σαν να ευνοούσε κάθε φορά η μοίρα τον νεαρό ξέσπασε καυγάς μεταξύ τον παιδιών. Όταν ο Σωτήρης προσπάθησε να σταματήσει τον καυγά ο Θανάσης είχε γλιστρήσει μέσα στα δέντρα.

Οι μέρες περνούσαν και ο Θανάσης ακολουθούσε την ίδια ρουτίνα. Εγερτήριο, απέφυγε τον νταή, χωράφια, μεσημεριανό, απέφυγε τον νταή, χωράφια, απέφυγε τον νταή, επιστροφή στους κοιτώνες, προσπάθησε να μην εξαγριώσεις τον νταή, ύπνος και πάλι από την αρχή. Μερικές φορές κατά την επιστροφή συναντούσε τον Σωτήρη. Αυτός τότε του εξηγούσε ότι ήταν ναυτοπρόσκοπος και ήθελε να βοηθήσει τους τροφίμου να κοινωνικοποιηθούν και τέλος να ενταχθούν στην κοινωνία όταν έφευγαν από τούτο το μέρος. Του είπε επίσης ότι είναι ευπρόσδεκτος να συμμετέχει και αυτός στις δραστηριότητες τους όποτε ήθελε. Ο Θανάσης προσπαθούσε να τον αποφύγει. Δεν είχε χρόνο για φιλίες και αδελφότητες. Θεωρούσε πως ήταν ήδη καταδικασμένος. Γιατί λοιπόν να προσπαθούσε να πιστέψει ότι υπήρχε έστω και μια μικρή αχτίδα χαράς σε τούτο το μέρος;

Ο Παύλος είχε καταφέρει να τον προσεγγίσει και του μιλούσε διαρκώς για αυτά που έκαναν στους ναυτοπροσκόπους. ‘Όσο και να μην ήθελε να το παραδεχτή ζήλευε τον Παύλο. Είχε μπει μέσα για κλοπή αλλά όπως του είπε το χωρίο του ήταν φτωχό και όλα τα παιδία αναγκαζόταν να κλέψουν για να ζήσουν οι οικογένειες τους. Ένα άτυχο βράδυ τον έπιασαν όπως έφευγε. «Τουλάχιστον όταν γυρίσεις δεν θα σου έχουν κόλαση καμία ρετσινιά» του έλεγε ο Θανάσης. Ένα βράδυ αποφάσισε να πάει στην επόμενη συγκέντρωση με τον Παύλο. Έτσι και έγινε. Την επόμενη Κυριακή. Πήγε στο κτίριο που έκαναν τις συγκεντρώσεις τους τα παιδιά. Όταν άνοιξαν την πόρτα δεκάδες κούτες και μάτια γύρισαν να τους κοιτάξουν. Πίσω από κάτι κουτές ξεπρόβαλε το κεφάλι του Σωτήρη «Επ! Πως από δω;» ρώτησε «Είπα να έρθω να παρακολουθήσω τις συγκεντρώσεις.» είπε διστακτικά «Αμάν ρε Θανάση! Δηλαδή έπρεπε να μας βγάλεις το λάδι για να έρθεις την μέρα που καθαρίζουμε και που λείπουν και οι άλλοι αρχηγοί;» αναφώνησε ο Σωτήρης -από τότε αρχηγός.

Οι μέρες περνούσαν. Πιο ευχάριστα αυτή την φορά. Η ρουτίνα συνεχιζόταν αλλά οι Κυριακές έγιναν μια ανάσα για τον νεαρό που τις δεχόταν με χαρά. Οι αρχηγοί  του πάλευαν για να τους δώσουν αυτές τις ανάσες. Ο διοικητής αν και συμπονούσε τα παιδιά για την μοίρα τους ήταν επιφυλακτικός μαζί τους, για αυτό και όταν κατέβαιναν για παρελάσεις τα παιδιά έστελνε μερικούς φύλακες να προσέχουν τα παιδιά. Αυτό όμως που λάτρευαν τα παιδιά ήταν οι εκδρομές. Εκεί ήταν ελεύθερα χωρίς φύλακες. Ήταν ευγνώμων για αυτό και προσπαθούσαν να μην δημιουργούν προβλήματα. Σε μία από αυτές ο Θανάσης έδωσε και υπόσχεση. Η χαρά του ήταν πολύ μεγάλη. Ένιωθε επιτέλους αποδεκτός. Είχε φτάσει σε σημείο να εμπιστεύεται τους αρχηγούς και τα παιδιά, τα αδέρφια του, περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο.

Δυστυχώς ήρθε η ώρα να μεταφερθεί. Τότε λυπήθηκε. Δεν περίμενε πως θα του έλειπε αυτό το νησί με τα λιγοστά δέντρα, τον ήλιο που σε χτυπούσε στο κεφάλι κάθε καλοκαίρι και τους τροφίμους που δεν εμπιστευόταν ούτε τον ίσκιο του. Τουλάχιστον είχε τις αναμνήσεις του. Αυτές θα έμεναν για πάντα….

 

*Κοντέσσα = αρχόντισσες

**Τζούφιο τσερβελο = κούφιο κεφάλι