Ο Μικροκωνσταντίνος – Ελένη Πάρσαλη

On Μάρτιος 22, 2016 by Epodos

ΠΑΡΣΑΛΗ2

Πηγή Φωτογραφίας: http://www.fytopromitheytiki.gr/index.php/products/catalog/category/1-fita

 

«Γιέ μου… πάμε στην ιτιά;»

Ήταν παράξενο για τον πατέρα της οικογένειας  Πανδή να ζητήσει από τον μικρότερο γιο του του να πάνε στην ιτιά που είχαν φυτέψει όταν είχε γεννηθεί το εν λόγο παιδί, πριν δέκα χρόνια.  Συνήθως το άφηνε στην ησυχία του να κάνει τα μαθήματα του, να παίζει με τα παιδιά της γειτονιάς. Μέχρι και το κατσάδιασμα το άφηνε στην μητέρα του παιδιού. Ο πατέρας δεν είχε καλή σχέση με κανένα από τα τρία του αγόρια. Το μόνο δείγμα αγάπης που έλαβαν τα παιδιά ήταν όταν οι δυο γονείς τσακώνονταν για το πιο από τα παιδιά θα έστελναν στο γυμνάσιο. Ήταν φτωχή οικογένεια και το χωριό τους είχε μόνο ένα δημοτικό και όσα παιδιά πηγαίναν γυμνάσιο έπρεπε να πάνε στην πόλη. Η μάνα επέμενε να στείλουν τον μικρότερο, τον Κωνσταντίνο, που ήταν ο μικρότερος και του είχε τόσο πολλή αδυναμία που σχεδόν ξεχνούσε ότι είχε άλλα δυο αγόρια.

«Θα πάνε και τα δυο αγόρια, γυναίκα… και αν θέλει και ο μικροκωνσταντίνος θα πάει και αυτός. Να εύχεσαι τα αγόρια να έχουν καλύτερη μοίρα από εμάς…» της είπε ο πατέρας  ένα  βράδυ που έκαναν αυτή τη συζήτηση.

«Μα τα λεφτά-»

«Θα τα βρούμε!» την έκοψε ο πατέρας «Έχουμε δυο χρόνια ακόμα. Θα δουλέψουμε και θα τα βρούμε» Από τότε ο πατέρας σπάνια μιλούσε στα παιδιά και πάντα γυρνούσε αργά το βράδυ από τα χωράφια.

Σε όλο το δρόμο προς την ιτιά ο μικροκωνσταντίνος προσπαθούσε να ανοίξει συζήτηση με τον πατέρα του. Μάταια όμως. Ο πατέρας συνέχιζε να περπατάει με το παιδί να τρέχει από πίσω του να τον προλάβει Την ιτιά την είχαν φυτέψει σε ένα άγονο χωράφι κοντά σε μια ρεματιά. Το χωράφι ήταν η μόνη προίκα που μπορούσε να δώσει η οικογένεια της μάνας. Μια μέρα κάποιος χωριανός τους είπε πως οι ιτιές δεν χρειάζονταν πολλή νερό ή γόνιμο έδαφος οπότε όταν γεννήθηκε ο μικροκωνσταντίνος φύτεψαν την ιτιά εκεί.

Φτάνοντας στην ιτιά πατέρας και γιος κάθισαν στις ρίζες δίπλα δίπλα. Για λίγο δεν έλεγαν τίποτα μετά από λίγο ο πατέρας έσπασε την σιωπή λέγοντας.

«Ξέρεις… η ζωή στο χωρίο είναι δύσκολη… Θέλει κότσια για να την ζήσεις»

«Τι εννοείς πατέρα;»

«Όλοι κοιτάζουν την βολή τους. Αν κλάψεις είσαι γυναικούλα. Αν ζητήσεις συμβουλή ξεκινούν τα δικά τους. Δεν μπορείς ούτε να αλλάξεις καντούνι* χωρίς να σε σχολιάσουν. Δεν είναι ζωή αυτή»  είπε και σήκωσε ένα μαχαίρι από το έδαφος.

«Πατέρα τι θα κάνεις με το μαχαίρι;» ρώτησε το αγόρι και ανακάθισε σηκώνοντας το χέρι του για να αρπάξει το μαχαίρι αν χρειαζόταν.

«Αγόρι μου πες στην μάνα σου ότι δεν μπορώ άλλο. Θα της έστελνα γράμμα άλλα δεν ξέρω γράμματα.»

«Να της το πεις εσύ! Έλα πάμε σπίτι»

Δεν έφτασαν ποτέ στο σπίτι. Όταν νύχτωσε η μητέρα και τα δύο αγόρια μαζί με μερικούς γείτονες  τους βρήκαν κάτω από την ιτιά. Το αγόρι κοιτούσε το σώμα του πατέρα του παγωμένο. Όταν η μάνα είδε τι συνέβη κατέρρευσε στα χέρια του μεγαλύτερου γιου της.

Μετά από πολλά παρακάλια ο παπάς του χωριού δέχτηκε να θάψει τον νεκρό σε μια απομακρυσμένη γωνία του νεκροταφείου. Στην κηδεία πήγε μόνο η μάνα με τον μεγαλύτερο της γιο ενώ ο μεσαίος  έμεινε στο σπίτι να προσέχει τον μικρότερο γιο που δεν ήταν σε θέση ούτε να σηκωθεί από το κρεβάτι του.

Για τα επόμενα χρόνια η οικογένεια Πανδή ζούσε με τον φόβο μήπως ο μικρότερος γιος  χάσει τα λογικά του. Μετά από μερικές μέρες θρήνου η μάνα βγήκε να δουλέψει. Ακόμα και όταν ο άνδρας ήταν ζωντανός δεν πήγαινε στα χωράφια παρά μόνο αν της το ζητούσε . Τώρα όμως είχε τρία αγόρια να θρέψει και τα δύο από αυτά έπρεπε να μένουν στην πόλη για να σπουδάσουν. Αν και δούλευαν, τα δυο αγόρια χρειαζόταν αρκετά χρήματα για να διατηρήσουν το υποτυπώδες σπίτι που νοίκιαζαν στην πόλη. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν πει στην μάνα τους πως θα αφήσουν το σχολείο και την κακοπληρωμένη τους δουλεία στην πόλη για να δουλέψουν μαζί της στα χωράφια. Πάντα όμως έπαιρναν την ίδια απάντηση.

«Το ήθελε ο πατέρας σας.»

Και έτσι τα χρόνια πέρασαν. Ο Κωνσταντίνος  δεν προχώρησε στο γυμνάσιο και ακολούθησε την μάνα του στα χωράφια. Αργότερα ο καφετζής του χωριού του πρότεινε να πάει να δουλέψει κοντά του. Τα χρήματα που του έδινε ήταν καλύτερη από αυτά που έπαιρνε στα χωράφια. Συχνά οι συγχωριανοί του τον κορόιδευαν  που δεν μπορούσε να βράση έναν καφέ και εκείνος τους απαντούσε. «Εμένα τον καφέ τον φτιάχνει η μάνα μου»  φουσκώνοντας στήθος του και με πηδηχτό βήμα έπαιρνε τον δίσκο του και έλεγε τις παραγγελίες στον καφετζή. Όταν τύχαινε να ακούσει σχόλια για τον ανδρισμό του  πήγαινε κουνιστός στο άτομο που τον είχε κάνει το σχόλιο και του έλεγε:

«Εσύ κούκλε τι θα πάρεις;» πεταρίζοντας τα βλέφαρα και κάνοντας τους θαμώνες να γελάνε.

Μια μέρα ο Κωνσταντίνος αποφάσισε  να ξαναπάει στην ιτιά. Δεν ήταν εύκολη απόφαση αλλά  θεωρούσε ότι μόνο έτσι θα ξεπερνούσε τον θάνατο του πατέρα του για τα καλά. Ακόμα και τώρα, στην ηλικία τον 18, δυσκολευόταν να ανεξαρτητοποιηθεί από την οικογένεια του. Δεν του άρεσε η ανάγκη που είχε ειδικά από την μάνα του και ήθελε να την αποβάλει.

Πλησιάζοντας την ιτιά σταμάτησε. Κάτω από την ιτιά διακρινόταν μια φιγούρα να σκύβει στις ρίζες και να αφήνει ένα μπουκέτο αγριολούλουδα. Ακριβώς στο σημείο που…

«Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε ο μικροκωνσταντίνος την φιγούρα προχωρώντας προς  τα ΄κει με βήμα γοργό. Η φιγούρα γύρισε φανερώνοντας μια όμορφη κοπέλα όχι πολύ μικρότερη του. Η κοπέλα είχε μεγάλα  καστανά μάτια που φάνταζαν πελώρια στην ταραγμένη της έκφραση και μαλλιά που χρύσιζαν στον ήλιο. Η κοπέλα ήταν όμορφη. Ο Κωνσταντίνος με το που την είδε ήξερε πως του ταίριαζε . Ο ίδιος εν ήταν άσχημος. Τα καστανά του μάτια ταίριαζαν με τα μάτια του και το σώμα του δεν είχε ταλαιπωρηθεί τόσο όσο των συνομηλίκων του που δούλευαν στα χωράφια.

«Δεν ήξερα πως θα ερχόταν κάποιος εδώ. Θα φύγω» είπε η κοπέλα και κίνησε να φύγει.

«Περίμενε δεν σου ‘πα να φύγεις, τι κάνεις εδώ ήθελα να μάθω» της είπε και την πλησίασε.

«Η μάνα μου μου είπε πως ο ξάδερφος της μαχαιρώθηκε εδώ. Το έκανε μπροστά στο παιδί του» είπε η κοπέλα κοιτώντας τις ρίζες.

«Και δεν το βρίσκεις παράξενο;»

«Τον βρίσκω βλάκα που έκανε κάτι  τέτοιο μπροστά στο παιδί του. Πρέπει να ήταν σαλεμένος για να κάνει κάτι τέτοιο» είπε η κοπέλα με μίσος.

«Και τότε γιατί του έφερες λουλούδια; Κάλιο να τα ‘βαζες μες στο σπίτι» της είπε ο Κωνσταντίνος κοιτάζοντας την

«Με ανάγκασε η μάνα μου… το ‘χει έθιμο να του φέρνει λουλούδια κάθε χρόνο.»

«Και γιατί δεν τα πέταξες κάπου;»

«Γιατί είναι ικανή να ψάξει όλο το χωρίο να τα βρει και να τα ξαναφέρει. Και στο τέλος θα έτρωγα και ένα χέρι ξύλο»

Έτσι οι ώρες πέρασαν και οι δυο νέοι συνέχιζαν να μιλάνε για άσχετα θέματα. Όταν νύχτωσε χώρισαν με την υπόσχεση να ειδωθούν πάλι την άλλη μέρα. Την επόμενη μέρα έφερε ο κάθε νέος από κάτι φαγώσιμο να φάνε μαζί. Όπως και την επόμενη μέρα και τις μέρες που ακολούθησαν.

Μερικούς μήνες αργότερα ο Κωνσταντίνος ανακοίνωσε στην οικογένεια του ότι είχε αποφασίσει να την παντρευτεί. Ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε σπουδάσει φιλολογία και είχε διοριστεί ως δάσκαλος στο δημοτικό του χωριού. Ο μεσαίος γιος είχε επιστρέψει και αυτός στο χωρίο με το δίπλωμα του στην ιατρική και είχε ανοίξει δικό του γραφείο όπου εξέταζε τους συγχωριανούς. Είχε επίσης παντρευτεί και περίμενε την γέννηση του δεύτερου παιδιού του. Τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια χάρηκαν για την απόφαση του αδελφού τους και του ευχόταν τα καλύτερα. Από την άλλη η μάνα δυσαρεστήθηκε με το γεγονός και άρχισε να παραπονιέται για τα επικείμενα έξοδα.

«Εμένα με ρώτησες αν μπορώ να θρέψω και άλλο ένα στόμα; Που θα τα βρεις τα λεφτά για τον γάμο; Πιστεύεις πως με την δουλεία του γκαρσονιού θα τα φέρεις πέρα με μια γυναίκα και δυο-τρία κουτσούβελα;»  ρώτησε η μάνα θυμωμένα των γιο της.

«Θα τα βρω τα λεφτά! Θα δουλέψω και θα τα βρω!» της είπε ο γιος της στον ίδιο θυμωμένο τόνο.

«Και τι προίκα θα πάρουμε από αυτή μου λες;» του είπε με τα χέρια της απλωμένα μπροστά και κουνώντας τα ελαφρώς πάνω κάτω σε μια απεγνωσμένη χειρονομία.

«Δεν με ενδιαφέρει! Εγώ την παίρνω και χωρίς προίκα!»

«Ωχ Παναγία μου! Που ακούστηκε… γάμος δίχως προίκα δεν ξανάγινε στο χωρίο… Ωωωωχ  Θεε μου που κατάντησα! Γιώργη! Κατέβα από τους ουρανούς να δεις τη ντροπή που μας φέρνει ο γιος σου!» είπε η μάνα κοιτώντας το ταβάνι και κουνώντας τα χέρια της προς τα πάνω.

«Μάνα σε παρακαλώ! Ηρέμησε!» είπε ο μεγαλύτερος της γιος

«Την ντροπή την έφερε αυτός όταν μαχαιρώθηκε! Όχι εγώ επειδή παίρνω την γυναίκα που αγαπάω!» της είπε με απόγνωση κουνώντας τα χέρια του μπροστά με τους αγκώνες του κολλημένους στα πλευρά του. Ο καβγάς τους συνεχίστηκε μέχρι που η μάνα υποχώρησε και δέχτηκε να γνωρίσει την νύφη.

Μερικούς μήνες αργότερα έγινε ο  γάμος. Όλο το χωρίο χαίρονταν για αυτόν τον γάμο και ευχόταν στις οικογένειες του ζευγαριού να ευτυχήσουν. Μόνο η μάνα δεν χαμογελούσε. Πως μπορούσε αυτή η γυναίκα να της πάρει τον γιο που με τόσο κόπο μεγάλωσε. Αλλά δεν θα αργούσε η ώρα που θα τον έπαιρνε πίσω. Ίσως όταν είχε αποκτήσει ‘κάνα εγγόνι….

Τα χρόνια πέρασαν και η γυναίκα του Κωνσταντίνου δεν μπορούσε να γεννήσει κάποιο παιδί. Κάθε φορά που έμενε έγκυος, όσο και να πρόσεχε, έχανε το παιδί. Η μάνα προσπαθούσε να πείσει τον γιο της να την αφήσει

«Ούτε παιδί δεν σου κάνει τι την θες;»

«Την αγαπώ μάνα»

Μετά την τρίτη αποβολή έφτασε ένα γράμμα επιστράτευσης για τον Κωνσταντίνο. Ήταν ο μόνος από τους τρεις γιους που έπρεπε να πάει για στρατιώτης. Ο μεγαλύτερος αδελφός είχε χάσει το μάτι του μια μέρα στο χωράφι ενώ ο μεσαίος γιος είχε πάρει απαλλαγή καθώς  το κράτος  δεν στράτευε όσους είχαν πάνω από τέσσερα παιδιά.

«Και που  μ’ αφήνεις Κώστα μου σε τέτοια κατάσταση;» Τον ρώτησε η γυναίκα του.

«Σε αφήνω πρώτα στον Θεό και δεύτερον στους αγίους και τρίτον στην μάνα μου και τα καρτερικά μου αδέλφια» Της είπε και την επόμενη μέρα έφυγε για το μέτωπο. Τις πρώτες μέρες όλα κύλησαν ομαλά. Η κοπέλα ανάρρωσε γρήγορα από την περιπέτεια της και ξεκίνησε να δουλεύει στο σπίτι. Η μάνα είχε αποφασίσει να μείνει στο δωμάτιο που έμεναν ο γιος της και η γυναίκα του υποτίθεται για να την προσέχει. Όλη μέρα καθόταν σε μια καρέκλα αφήνοντας την κοπέλα να παλεύει να κρατήσει το δωμάτιο σε μια αξιοπρεπή κατάσταση. Μερικές φορές την μέρα η μάνα εξαφανιζόταν για ώρες. Όχι πως η κοπέλα παραπονιόταν.

«Κόρη μου πάμε μια βόλτα» της είπε η μάνα μια μέρα και η κοπέλα δέχτηκε. «Αααπ περίμενε» της λέει και της δένει τα μάτια με ένα μαντήλι.

«Τι;»

«Θα παίξουμε ένα παιχνίδι» Της είπε και την οδήγησε σε ένα ξέφωτο. Όταν η κοπέλα άνοιξε τα μάτια της είδε ότι ήταν γεμάτο γουρούνια.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε η κόρη κοιτώντας γύρω.

«Το νέο σου σπίτι» είπε η μάνα και της έριξε μια κούπα γεμάτη κάρβουνα στο πρόσωπο. Η κοπέλα φώναξε και έκανε μερικά βήματα πίσω κρατώντας το πρόσωπο της. Η μάνα την έριξε κάτω και της έκοψε τα μαλλιά από τις ρίζες.

«Για να μάθεις να προσπαθείς να μου ξελογιάσεις τον γιο»  της είπε και την άφησε με παραμορφωμένο από τα κάρβουνα πρόσωπο ανάμεσα στα γουρούνια.

Τις επόμενες μέρες η κοπέλα προσπάθησε να βρει τον δρόμο για το χωριό άλλα μάτια… όσο και να περιπλανιόταν στο δάσος επέστρεφε πίσω στο ξέφωτο χωρίς να έχει καταφέρει κάτι. Σε μια από της περιπλανήσεις της βρήκε μια ρεματιά και έκλαψε όταν είδε την αντανάκλαση της. Το όμορφο πρόσωπο της διακοσμούταν από άσχημες ουλές και τα άλλοτε μακριά μαλλιά της τώρα ήταν πιο κοντά και από άνδρα.

Κάποια χρόνια αργότερα, και όταν ο πόλεμος είχε τελειώσει ο Κωνσταντίνος επέστρεψε στο χωρίο και το πρώτο πράγμα που έκανε είναι να ρωτήσει τους χωριανούς που είναι η γυναίκα του. Ο κάθε χωριανός που ρωτούσε όμως τον κοίταζε με λυπημένο ύφος και με ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη έφευγε.

«Άστην μικροκωνσταντινε  μου! Δεν αξίζει» Του είπε ένας

«Γιατί; Τι έγινε;» τον ρώτησε ο Κωνσταντίνος αρπάζοντας το πουκάμισο του και τραντάζοντας τον «Μίλα άνθρωπε μου! Τι έπαθε η γυναίκα μου;»

«Έφυγε με έναν πρωτευουσιάνο. Λίγους μήνες αφότου έφυγες το έσκασε μαζί του»

Ακούγοντας το ο Κωνσταντίνος γούρλωσε τα μάτια και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του.

«Μάνα!» φώναξε βροντώντας την πόρτα. Εκείνη την ώρα τα δύο του αδέλφια ήταν στην δουλεία οπότε μόνο η μάνα βρισκόταν στο σπίτι.

«Ψυχή μου! Γύρισες; Καλώς τον!» χαιρέτησε η μάνα με ανοιχτά τα χέρια πηγαίνοντας χαμογελαστή προς τον γιο της.

«Μάνα… μάνα… σε παρακαλώ… πες μου» είπε ξέπνοος πιάνοντας τα χέρια της μάνας του.

«Ότι θες αγόρι μου.»

«Υπόσχεσαι να μου πεις την αλήθεια;»

«Που να μου κόψεις το κεφάλι!»

«Μάνα… Που είναι η γυναίκα μου;» αμέσως το πρόσωπο της μάνας σοβάρεψε και έφτιαξε τα ρούχα της

«Το ‘σκασε με έναν πρωτευουσιάνο λίγους μήνες αφότου έφυγες» είπε η μάνα και κάθισε σε μια καρέκλα κοιτώντας τον παγωμένο γιο της. «Σου ‘χα πει από την αρχή ότι δεν έπρεπε να την παντρευτείς άλλα δεν με άκουγες… Δεν πειράζει ώμος γιε μου. Θα μείνουμε εμείς οι δύο μαζί ε;» κατέληξε η μάνα αλλά δεν πήρε απάντηση από τον γιο της που έτρεχε στους δρόμους φωνάζοντας το όνομα της γυναίκας του. Άφησε τα πόδια του να τον οδηγήσουν στο δάσος. Καθώς έτρεχε σκόνταψε σε μια πέτρα και έπεσε κάτω. Καθώς σήκωσε το κεφάλι είδε ότι βρισκόταν σε ένα ξέφωτο με γουρούνια. Σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την μέση του κοιτώντας γύρω του.

Από πίσω του ακούστηκαν βήματα και γύρισε για να δει μια γυναίκα με καμένο πρόσωπο και κουρελιασμένα ρούχα.

«Κώστα; Κώστα μου;» Ρώτησε η γυναίκα και έτρεξε κατά πάνω του

«Ποια είσαι;» την ρώτησε έχοντας ακόμα την επιφυλακτικότητα του πολέμου.

«Δεν με αναγνωρίζεις;  Έτσι όπως με κάνανε δεν σε αδικώ! Η γυναίκα σου είμαι Κώστα μου! Ποιος άλλος σε φωνάζει έτσι»

«Η γυναίκα μου; Η γυναίκα μου μου λένε έφυγε με έναν από την πρωτεύουσα.»

«Όχι! Δεν έφυγα! Η μάνα σου με έφερε ‘δω και μου έκαψε το πρόσωπο και μου κόψε τα μαλλιά αντρίκια!»

«Λίγα λόγια για την μάνα μου ακούς! Δεν την ξέρεις όπως εγώ!» Της είπε θυμωμένα

«Δεν μπορεί να μην με αναγνωρίζεις! Δες τα μάτια μου δεν είναι τα ίδια με τότε; Εγώ δεν είμαι η γυναίκα σου που μου έλεγες όλα σου τα μυστικά;»

Ο Κωνσταντίνος την κοίταξε στα μάτια και άκουσε τα μυστικά που ο ίδιος είχε πει μόνο στην γυναίκα του και με όρκο την είχε βάλει να κρατήσει. Τότε την αναγνώρισε. Όταν κατάλαβε των η γυναίκα μπροστά του ήταν η γυναικά του την αγκάλιασε και της ζήτησε χίλιες φορές συγνώμη. Μετά την έβαλε να του εξηγήσει πως έφτασε σε αυτή την κατάσταση. Όταν έμαθε πως η μάνα του ήταν υπεύθυνη πήρε την γυναίκα του από το χέρι και την πήγε στο σπίτι όπου της είπε να περιμένει πίσω από την πόρτα μέχρι να της πει.

«Μάνα!» φώναξε ο Κωνσταντίνος άλλη μια φορά.

«Ήρθες μικροκωνσταντίνε μου;» ρώτησε η μάνα πηγαίνοντας προς τον γιο της που την κοιτούσε με σοβαρή έκφραση

«Μάνα είσαι σίγουρη ότι η γυναίκα μου το έσκασε με πρωτευουσιάνο;» την ρώτησε χωρίς να έχει μπει τελείως μέσα από την πόρτα.

« Σου ‘πα… που να μου κόψεις το κεφάλι»

«Και είσαι έτοιμη να κρατήσεις τον όρκο σου;»

«Ναι» είπε η μάνα με αυτοπεποίθηση πιστεύοντας ότι ο γιος της δεν θα έβρισκε την γυναίκα του ποτέ. Τα μάτια της γούρλωσαν όταν ο Κωνσταντίνος τράβηξε την γυναίκα του από την πόρτα.

«Μάνα… Πάμε στην ιτιά;»

 

ΤΕΛΟΣ